15.11.2018 - Έκθεση του Κοσμά Εμμόγλου με τίτλο "Αθίγγανες Πολιτείες''

Facebook Twitter Google+

Το Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης σας προσκαλεί στα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας του Κοσμά Εμμόγλου με τίτλο «Αθίγγανες Πολιτείες» που θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη 15 Νοεμβρίου, στις 20.00 στον χώρο τέχνης TOSS GALLERY
(La Dose, Βιλαρά 1, Πλ. Χρηματιστηρίου, Θεσσαλονίκη).

Επιμέλεια έκθεσης: Βασίλης Καρκατσέλης
Παραγωγή Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης
Διάρκεια έως 25 Νοεμβρίου 2018

 

Λίγα λόγια για την έκθεση

Η δράση στηρίζεται στο ομώνυμο φωτογραφικό project με τίτλο «Αθίγγανες πολιτείες» που είναι μια συλλογή ενός αξιόλογου (με κριτήρια φωτογραφικά, κοινωνιολογίας και λαογραφικά) φωτογραφικού υλικού  από καταυλισμούς Ρομά κοντά και γύρω από τη Θεσσαλονίκη.

Πρόθεση του φωτογράφου και της όλης περιοδείας του είναι να αναδείξει με το έργο του το σύγχρονο Ρομά, έναν  Ρομά που δεν έχουμε συνηθίσει ή δεν μπορούμε να δούμε, γιατί έχουμε μία παγιωμένη εικόνα για τους ανθρώπους αυτούς.

Ο φωτογράφος, για την ολοκλήρωση της εργασίας του, ανέπτυξε στη ροή των χρόνων μία σταθερή επαφή με τους κατοίκους αυτών των καταυλισμών, τους φωτογράφισε επανειλημμένα, τους προσέφερε τις εικόνες τους, ως αποτέλεσμα αυτής της μακροχρόνιας επαφής, αλλά και αναγνώρισης της τιμής που του έγινε, να του επιτρέψουν να μπει στα σπίτια τους και να τα φωτογραφίσει, με ή χωρίς την παρουσία των ιδιοκτητών τους. Αυτό του επέτρεψε να εργαστεί για την παραγωγή εικόνων που ξεπερνούν τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα τέτοιων προσεγγίσεων ή την επιφανειακή θεώρηση τέτοιων καταυλισμών ή ομάδων, από φωτογράφους «βιαστικούς» και «τουρίστες».

Το αποτέλεσμα αυτών των φωτογραφίσεων, μετά από ισχυρές επιλογές, πήρε το χαρακτήρα υλικού το οποίο δημιούργησε έναν κατάλογο και μία έκθεση φωτογραφίας και που για χρόνια θα ταξιδεύουν σε Ελλάδα και εξωτερικό, κοινοποιώντας την παρουσία και των τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων (που αν και ζουν δίπλα μας, τόσο λίγα γνωρίζουμε για αυτούς) και τις μοναδικές κατοικίες τους.

Η έκθεση σε αυτή της τη μορφή αποτελείται από 40, λόγω των περιορισμών του χώρου, έργα. Οι εκτυπώσεις είναι δύο διαφορετικών διαστάσεων, ώστε και να προβάλλεται το φωτογραφικό επίτευγμα του δημιουργού, (που βαδίζει με όλους τους κανόνες της σύγχρονης φωτογραφικής τέχνης) και να μπορεί (η έκθεση) κατά την περιοδεία της να προσαρμόζεται με ευελιξία στους διαφορετικούς τόπους φιλοξενίας, δίχως να ζημιώνεται το αισθητικό ή πληροφοριακό της περιεχόμενο.

Για την πλατύτερη διάδραση όλου αυτού του υλικού έχει κριθεί ως απαραίτητη η παράλληλη κυκλοφορία ενός καταλόγου/λευκώματος. Το λεύκωμα επιμελήθηκε ο καθηγητής φωτογραφίας Κωστής Αντωνιάδης, ο οποίος υπογράφει και το εισαγωγικό κείμενο.

Ο σκοπός μας είναι η έκδοση του λευκώματος, σε συνδυασμό με τη φωτογραφική έκθεση και την περιοδεία της, να αφυπνίσει όχι μόνο τις κοινότητες των φωτογράφων και των ανθρώπων της τέχνης, αλλά και τους υπεύθυνους των συλλογικοτήτων των Ρομά. Είναι πολύ σημαντικό, εκτός των άλλων, να ενδυναμώσει τους δεσμούς των καλλιτεχνών φωτογράφων με αυτές τις κοινότητες (και σε συλλογικό επίπεδο και σε προσωπικό). Η αναγνώριση ταυτότητας ως κάτι άξιο λόγου και για τους φωτογράφους και για τους φωτογραφιζόμενους, θα δώσει, πιστεύουμε, νέο αέρα σε αυτή την κατηγορία δημιουργίας φωτογραφικού έργου, σε αυτή τη θεματική, θα βοηθήσει στη δημιουργική εισαγωγή της θεματικής αυτού του είδους φωτογραφίας στον τομέα των εικαστικών τεχνών και της καταγραφής.

Επιπροσθέτως, να αναφερθούμε στο ευνόητο: Αυτή η έκθεση και η περιοδεία που θα ακολουθήσει, με έργα φωτογραφικής τέχνης, πιστεύουμε πως θα συμβάλει στον αντιρατσιστικό αγώνα, θα μετατραπεί σε όπλο ενάντια στις διακρίσεις, ενάντια σε όσους θέλουν να βλέπουν τις κοινωνίες μας όχι σαν πολυπολιτισμικά αθροίσματα, αλλά μονοδιάστατα και δίχως το δικαίωμα των δήθεν «μειονοτήτων» να υφίστανται.

Καρκατσέλης Βασίλης
Επιμελητής της έκθεσης

 

Σύντομο βιογραφικό του φωτογράφου

-Ο Κοσμάς Εμμόγλου γεννήθηκε το  1973 στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Από το 2005 ασχολείται συστηματικά με την καλλιτεχνική φωτογραφία.

-Παρακολούθησε σεμινάρια σε φωτογραφικές σχολές της Θεσσαλονίκης και πήρε μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις.

-Από το 2010 είναι μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης.

-Το 2012 άρχισε να φωτογραφίζει τους Έλληνες Ρομά που ζουν σε καταυλισμούς κοντά και γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Επί μέρος διαφορετικές μικροενότητες αυτής της εργασίας παρουσίασε σε σχετική ομαδική έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης.

-Με την ίδια θεματική συνέχισε να φωτογραφίζει μέχρι το 2016, ολοκληρώνοντας την εργασία του.

-Το σημερινό ολοκληρωμένο project περιλαμβάνει περίπου 80 νέες φωτογραφίες, κυρίως από την ιδιωτική και λίγο από την κοινωνική ζωή και τα εσωτερικά των σπιτιών των κατοίκων αυτών των καταυλισμών.

 

Κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης

Στην κοινωνία μας οι Τσιγγάνοι ενσαρκώνουν έναν ιδιαίτερο ρόλο «ξένου». Παρότι ζουν στη χώρα μας εδώ και αιώνες έχουμε την εντύπωση πως η παρουσία τους είναι περιστασιακή. Η νομαδική ζωή και η διαβίωσή τους σε καταυλισμούς στις παρυφές των πόλεων μας ωθεί να πιστέψουμε πως βρίσκονται εδώ προσωρινά στη διάρκεια ενός αέναου ταξιδιού χωρίς αρχή και τέλος. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Ζώντας μονίμως εδώ, δίπλα μας, προσπαθούν να επιβιώσουν και ενάντια στις προκαταλήψεις να ενσωματωθούν στην κοινωνία διατηρώντας την ιδιαίτερη κουλτούρα τους. Στις «Αθίγγανες Πολιτείες»   του Κοσμά Εμμόγλου καταγράφεται με παραδειγματικό τρόπο αυτή η διαφορετική όψη της ζωής όσων έχουν εγκατασταθεί σε μόνιμες κατοικίες.

Οι Τσιγγάνοι κουβαλάνε ένα μύθο που προσελκύει αλλά και θαμπώνει τους φωτογράφους. Για να φτάσει κανείς στο βάθος, πίσω από την επιφάνεια των παράταιρων στοιχείων που συνωστίζονται στην εκθαμβωτική διακόσμηση των σπιτιών τους, τα χρωματιστά ρούχα και τα μελαμψά τους πρόσωπα  χρειάζεται πρώτα απ’ όλα κατανόηση. Και η κατανόηση απαιτεί χρόνο. Ο Κοσμάς την απέκτησε με υπομονή και συστηματικότητα. «Σιγά σιγά κατάφερα να με εμπιστευτούν και να με βάλουν στα σπίτια όπου έμεναν» λέει για την πρώτη του επαφή με μουσουλμάνους τσιγγάνους από την Ξάνθη « κι’ έπειτα πήγαινα μια φορά τον μηνά για τρεις με τέσσερις μήνες ώσπου τους έδιωξαν, γιατί είχαν καταλάβει παράνομα τα σπίτια. Έψαξα στην περιοχή μήπως και τους βρω κι αυτή η αναζήτηση με οδήγησε σε έναν άλλο οικισμό τσιγγάνων τον οποίο φωτογραφίζω από το 2012 έως το 2015». Ο Κοσμάς πλησίασε στον καταυλισμό τους κυριολεκτικά από τη άκρη του δρόμου. Πρώτα με τα παιδιά που έπαιζαν εκεί κι έπειτα με τους γονείς τους που του επέτρεψαν να  μπει στα σπίτια τους.

Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που συγκεντρώνονται στο λεύκωμα «Αθίγγανες Πολιτείες» αντιλαμβανόμαστε τη σημασία που έχει η κατανόηση, η γνωριμία του με τα πρόσωπα και η εξοικείωσή του με τον περιβάλλοντα χώρο.  Διακρίνουμε στο βλέμμα του, τη συμπάθεια  και κυρίως το σεβασμό με τον οποίο στέκεται μπροστά στα πρόσωπα που φωτογραφίζει. Έχει όμως ενδιαφέρον να προσέξει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Κοσμάς αντιμετωπίζει το θέμα του. Η προσέγγισή του έχει συνέπεια και συνέχεια και αυτό μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο έχει δομηθεί αυτή εργασία. Φωτογραφίζοντας άλλοτε τους  χώρους των εσωτερικών των κατοικιών των τσιγγάνων και άλλοτε τους ίδιους μέσα σε αυτούς φαίνεται να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δυο θέματα.

Η μετωπική, όμως, φωτογράφιση, που έχει επιλέξει και στις δυο περιπτώσεις, τοποθετώντας  το βλέμμα μας μπροστά στη σκηνή, μάς παροτρύνει να συνδέσουμε πρόσωπα και χώρους με την παραδοσιακή φωτογραφία πορτρέτου, με τα πρόσωπα μπροστά στο διακοσμημένο φόντο που διέθεταν για τους πελάτες τους τα παραδοσιακά φωτογραφεία. Στις φωτογραφίες του Κοσμά, σε χώρους όπου ο διάκοσμος εναλλάσσεται συνεχώς, παιδιά, έφηβοι και ενήλικες υιοθετούν κατά κανόνα πόζες που ενισχύουν το τυπικό της φωτογράφισης σε στούντιο.

Μόνο που εδώ διακρίνει κανείς επίσης μια οικειότητα, μια έκφραση επιθυμίας να φωτογραφηθούν, να «δώσουν» την εικόνα τους στο φωτογράφο. Και στέκονται μπροστά στο φακό σοβαροί, επαναφέροντας στο τελετουργικό της φωτογράφισης πορτρέτων την αμηχανία και το δέος που η σύγχρονη τεχνολογία και η ευκολία των selfies έχουν εξοβελίσει. Αυτό ίσως να είναι επίσης αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερης χημείας ανάμεσα στο φωτογράφο και τα πρόσωπα που φωτογραφίζει. Ο Κοσμάς καταφέρνει να μείνει ο ίδιος αόρατος ενορχηστρώνοντας διακριτικά πρόσωπα, εκφράσεις και χειρονομίες από το παρασκήνιο. Οι «Αθίγγανες Πολιτείες» στρέφουν τελικά το βλέμμα μας σε έναν τρόπο ζωής, έναν κόσμο μακριά από τις προκαταλήψεις που οδηγούν στην απομόνωση και την περιθωριοποίηση.

Κωστής Αντωνιάδης
Καθηγητής φωτογραφίας  και
Πρώην Διευθυντής του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

 

ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ «ΑΘΙΓΓΑΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ» | ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

 Ένας άλλος κόσμος, τόσο κοντινός και συνάμα ξένος, ανοίγεται στα μάτια των θεατών αυτή την εβδομάδα στην γκαλερί Toss, στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για την έκθεση φωτογραφίας με τίτλο: «Αθίγγανες Πολιτείες», μια συλλογή 40 φωτογραφιών από καταυλισμούς Ρομά της Θεσσαλονίκης που καλεί τον επισκέπτη να αναθεωρήσει την άποψή του για μια από τις πιο περιφρονημένες μειονότητες της Ελλάδας.

 Στο δεύτερο όροφο του La Doze, όπου και στεγάζεται η έκθεση, συναντήσαμε τον δημιουργό της, τον φωτογράφο Κοσμά Εμμόγλου, ο οποίος μίλησε στο Ολόγραμμα για τη σύλληψη των έργων, τους στόχους του και πολλά περισσότερα.

Πως ξεκίνησε το συγκεκριμένο φωτογραφικό project και πως εξελίχθηκε στη συνέχεια;
 Στην αρχή έψαχνα απλά ένα (φωτογραφικό) θέμα, καθώς μετά από κάποια σεμινάρια έπρεπε να περάσω στην πράξη. Ψάχνοντας λοιπόν ένα θέμα που να με εκφράζει, ξεκίνησα από τη δυτική Θεσσαλονίκη, που μου φαινόταν πιο ιδιαίτερη. Κάποια στιγμή περνώντας από τη Νέα Μαγνησία, βρήκα κάποιους τσιγγάνους από την Ξάνθη που είχαν καταλάβει μερικά εγκαταλελειμμένα σπίτια. Αρχικά φωτογράφιζα παιδάκια που έπαιζαν εκεί κοντά, ενώ στη συνέχεια οι υπόλοιποι τσιγγάνοι με έβαλαν και στα σπίτια τους. Μετά από ένα διάστημα όμως τους έδιωξε η αστυνομία και έτσι αναζήτησα ένα νέο χώρο. Σύντομα έμαθα για τον οικισμό της Αγίας Σοφίας, στα Διαβατά. Τον επισκέφθηκα και ξεκίνησα από την αρχή. Οι κάτοικοι με δέχθηκαν χωρίς κανένα πρόβλημα και με τον καιρό, από στόμα σε στόμα, με έμαθαν όλοι εκεί, αρχίζοντας να με εμπιστεύονται και να με βάζουν και αυτοί στα σπίτια τους.

Υπήρχε άρα προθυμία από μέρους τους να φωτογραφηθούν;
Ναι! Κάθε φορά που περνούσα με το αυτοκίνητο από τον οικισμό, μου σφύριζαν ή μου φώναζαν να γυρίσω πίσω! [γελώντας] Υπήρχε μια οικειότητα, μια εμπιστοσύνη μεταξύ φωτογράφου και φωτογραφισμένων. Έχω φωτογραφήσεις από τρεις οικισμούς, ενώ από έναν τέταρτο με κυνήγησαν με σκουπόξυλα επειδή πίστευαν πως θα φωτογράφιζα τα παιδιά τους για να έρθω αργότερα να τα πάρω! Εφόσον υπήρχε αρνητικό κλίμα, δε ξαναπροσπάθησα εκεί. Οι περισσότερες φωτογραφίες της έκθεσης είναι από τον οικισμό της Αγίας Σοφίας και λίγες από τη Νέα Μεσημβρία.

 Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε τόσο στους Ρομά και τον τρόπο ζωής τους;
 Αυτό που με παρακίνησε ήταν η διαφορετικότητά τους. Παρόλο που ζούνε σε μικρή απόσταση από μας, η κουλτούρα τους είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό μου κέντρισε το ενδιαφέρον, ως φωτογράφος αλλά και ως άνθρωπος, να γνωρίσω τα ήθη και τα έθιμά τους και, συζητώντας μαζί τους, να δω την κοινωνία τους από μέσα.

 Ποιος θα λέγατε πως είναι ο στόχος της έκθεσης;
 Να δείξω μια άλλη οπτική γωνία των τσιγγάνων, πέρα από τις προκαταλήψεις. Οι περισσότεροι όταν ακούμε τη λέξη «τσιγγάνος», το μυαλό μας πάει στο βρώμικο και στο αρνητικό. Εγώ ήθελα να παρουσιάσω μια θετική εικόνα του οικισμού. Φυσικά υπάρχουν αρνητικά στοιχεία, αλλά υπάρχει και μια άλλη ματιά που δεν εμφανίζεται όταν περνάμε απλά απέξω, χωρίς να τους γνωρίζουμε.

Μετά το πέρας της έκθεσης σκοπεύετε να ασχοληθείτε ξανά με το συγκεκριμένο θέμα ή αυτός ο κύκλος έχει κλείσει για σας;
 Ως θέμα το έχω ολοκληρώσει, αλλά θα ήθελα πολύ να φωτογραφήσω και έναν από τους γάμους τους, αν έχω αυτή την τύχη. Σίγουρα θα προχωρήσω σε κάτι διαφορετικό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δε εξακολουθεί να με ενδιαφέρει αυτό το θέμα.

 

 Η έκθεση αποτελεί διοργάνωση του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης (Φ.Κ.Θ.). Ο πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του κέντρου και επιμελητής της έκθεσης, Βασίλης Καρκατσέλης μας μίλησε με τη σειρά του για τη σημασία που έχει η έκθεση για τον ίδιο:


 «Η σημασία της έκθεσης για εμένα είναι τριπλή: Πρώτα απ’ όλα αξίζει ως φωτογραφική ματιά. Ανήκει στην κατηγορία που ονομάζουμε «σύγχρονη φωτογραφία», καθώς στέκεται απέναντι από το θέμα, το φωτογραφίζει μετωπικά, με μηδενική παρέμβαση και σχεδόν καμία διεργασία στον υπολογιστή, μια αδιαμεσολάβητη φωτογραφία με σύγχρονα καδραρίσματα και σταθερή φωτογραφική άποψη. Δεύτερον, αυτές οι φωτογραφίες μας δείχνουν με ένα μοναδικό τρόπο μια κοινωνία παράλληλη της δικής μας. Οι φωτογράφοι που ασχολήθηκαν με το ίδιο θέμα στο παρελθόν πέρασαν για δέκα λεπτά έξω από έναν τέτοιο οικισμό, έβγαλαν 30 φωτογραφίες και υποτίθεται ότι μας έδειξαν κάτι! Εδώ ο Εμμόγλου όχι μόνο δε φωτογράφισε με αυτό τον τρόπο, αλλά απέκτησε ιδιαίτερες σχέσεις με αυτούς τους ανθρώπους, τον εμπιστεύτηκαν, του δείξανε τα ιδιαίτερα δωμάτιά τους και την ίδια στιγμή οι περισσότεροι από αυτούς έβαλαν τα καλά τους και του επέτρεψαν να φωτογραφίσει τις ιδιαίτερες σχέσεις τους ή τις ιδιαιτερότητες τους ως προσωπικότητες. Αυτό είναι δύσκολο να γίνει, ακόμα και με τους ίδιους σου τους φίλους! Είναι ένα ιδιαίτερο μάθημα λοιπόν προς τους φωτογράφους ως προς τη σχέση τους με την πραγματικότητα. Το μοντέλο πρέπει να σε έχει αναγνωρίσει ως καταπληκτικό φωτογράφο που αξίζει να του παραδοθείς. Ούτε μια από αυτές τις φωτογραφίες δεν απεικονίζουν «κορδωμένους» ανθρώπους. Τρίτον, θέλαμε να δείξουμε την ιδιαιτερότητά αυτών των ανθρώπων και τους επηρεασμούς τους από τον αμερικανικό/δυτικό τρόπο ζωής. Ενώ δηλαδή λέμε ότι έχουν τη δική τους κουλτούρα, την ίδια στιγμή βλέπουμε τα σπίτια τους να είναι φτιαγμένα από λαμαρίνες, αλλά μέσα να έχουν γιγαντιαία κρεβάτια, όλα σκαλισμένα, ενώ επάνω ζούνε χανουμάκια! Βλέπουμε ένα παιδί ντυμένο Ζορό σε ένα φόντο με μεταξωτές κουρτίνες που έχουν κολληθεί στον τοίχο με καρφιά!  Η φωτογραφία άρα γίνεται ξαφνικά εργαλείο ανάλυσης για εθνολόγους, κοινωνιολόγους και ψυχολόγους. Πρόκειται για φωτογραφία που μετά από 30 χρόνια θα είναι αντικείμενο μελέτης. Η συνειδητότητα του φωτογράφου έχει καταγράψει συγκλονιστικά πράγματα!»

(Η συνέντευξη έχει τροποποιηθεί για λόγους συντομίας και συνοχής.)

Η έκθεση διαρκεί ως και τις 25 Νοεμβρίου στην γκαλερί Toss, Βηλαρά 1, στην πλατεία Χρηματιστηρίου.