10/9- 12/10 ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ/CROSSROADS, στην gallery TETTIX (Tσιμισκη & Διαλεττη 3), στα πλαίσια του παράλληλου προγράμματος της 1ης BIENNALE του KΡΑΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Facebook Twitter Google+

Εγκαινιάζεται την Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2007, 8.30’μμ, η ομαδική έκθεση φωτογραφίας με τίτλο: ”ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ/CROSSROADS”, στην gallery TETTIX (Tσιμισκή & Διαλέττη 3) 
Με την έκθεση αυτή το Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης συμμετέχει στο παράλληλο πρόγραμμα της 
“1ης BIENNALE του ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ “ 
Συμμετέχουν:
Ζαχαρίας Αυγερινός, Θανάσης Ράπτης, Ευθύμης Μουρατίδης, Ισμήνη Γούλα, Βασίλης Καρκατσέλης, Γιώργος Παπαχαραλάμπους, Τάσος Ντεγιάννης, Σταύρος Δαγτζίδης και Αχιλλέας Σαββόπουλος.

Στην έκθεση συμμετέχουν τρεις διαφορετικές γενιές Θεσσαλονικέων φωτογράφων. Το μέλημα της επιμελήτριας ιστορικού της τέχνης κας Όλγας Καραμητοπούλου ήταν να στήσει μια μοντέρνα έκθεση, που να μπορεί άξια να σταθεί σε μια Biennale ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης. Σε συνεργασία με τους καλλιτέχνες, που κράτησε καθ όλο το διάστημα προετοιμασίας της έκθεσης, δόθηκε μεγάλη προσοχή στην ανάπτυξη των έργων στους χώρους της γκαλερί ΤΕΤΤΙΧ, έτσι ώστε, από τη μια να δημιουργηθούν κάποιες αυτόνομες ενότητες, από την άλλη όμως, να υπάρξει ροή, να υπάρχει διασύνδεση και συνέχεια από την μια ενότητα στην άλλη. 
Η πόλις νοείται σαν χωνευτήρι διαφορετικών καταστάσεων, διαφορετικών εννοιών, διαφορετικών τόπων και χρόνων. Σαν σταυροδρόμι νοείται η ταυτόχρονη παρουσία όλων των διαφορετικών μικρόκοσμων στη δεδομένη έκθεση, στο δεδομένο χώρο. Ο κάθε φωτογράφος συνεισφέρει την ιδιαιτερότητά του, στο τι από όσα συνθέτουν τον κόσμο μας προσεγγίζει και πως μας μιλά για αυτό (με ποια γλώσσα και φόρμα).
Οι εργασίες παρουσιάζονται με τη μορφή μεγάλων εκτυπώσεων, σε σειρές, σε σχηματισμούς προτυπωμένων συνθέσεων, βίντεο, αλλά και φωτογραφικής εγκατάστασης. Παραδοσιακή, μοντέρνα και σύγχρονη αντίληψη για το τι μπορεί να είναι και με τι να ασχολείται η φωτογραφία σήμερα, διασταυρώνουν τα ξίφη τους στην ίδια έκθεση.
Με την ίδια λογική στήθηκε και ο κατάλογος της έκθεσης, με μοντέρνα σχεδίαση και ασπρόμαυρη εκτύπωση.

Αναζητώντας την «άλλη πόλη» 
(Κείμενο για τον κατάλογο της έκθεσης)

Στα σταυροδρόμια και τους τοίχους της πόλης, στις άσκοπες περιπλανήσεις των αδέσποτων σκύλων και τις φευγαλέες ματιές των περαστικών αναζητούμε την «άλλη πόλη». 
Ανατέμνοντας τον οικείο αστικό χώρο ανακαλύπτουμε ένα παράλληλο σύμπαν από ετεροτοπίες -τόπους που ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ουτοπία. Μοιάζουν με αχαρτογράφητες νησίδες που λειτουργούν άλλοτε ως τόποι απόδρασης από την καθημερινότητα, κι άλλοτε ως τόποι εξορίας για κάθε απόκλιση. Σ’ αυτό τον μεταιχμιακό κόσμο των ετεροτοπιών διασταυρώνονται τα πιο ετερόκλητα στοιχεία: πραγματικό και φαντασιακό, οικουμενικό και προσωπικό, δημόσιο και ιδιωτικό.
Πέρα από τις γνωστές ετεροτοπίες που έχει περιγράψει ο Φουκώ –οι φυλακές, τα νοσοκομεία, τα μουσεία, οι οίκοι ανοχής- υπάρχουν και άλλες, λιγότερο πρόδηλες, που ζουν λάθρα μέσα στις πόλεις, σχεδόν παρασιτικά, όπως τα graffiti ή οι επιτοίχιες διαφημίσεις. Πάνω στους τοίχους η ύλη διασταυρώνεται με το πνεύμα και τα γραπτά συνθήματα ηχούν σαν φωνές από έναν «άλλο τόπο» παγιδευμένο στο τσιμέντο. Σε άλλα σημεία, οι μαζικές φαντασιώσεις της καταναλωτικής κοινωνίας καταλαμβάνουν τις απρόσωπες προσόψεις των κτιρίων, μεταμφιέζοντας τες απροσδόκητα με τις εικόνες αισθησιακών καλλονών.

Ωστόσο οι «άλλοι τόποι» δεν εκτείνονται μόνο στο δομημένο περιβάλλον είναι και οι τόποι που κατοικούν στην ψυχή του κάθε ανθρώπου, οι τόποι που κουβαλάει μέσα του, οι πατρίδες του, βιώματα και μνήμες που προδίδουν τα βλέμματα και οι χειρονομίες. Ακόμη και σε μια απόμερη παραλία γυμνιστών, όπου οι λουόμενοι έχουν απαλλαγεί από τα paraphernalia της αστικής τους καταγωγής, η πόλη εξακολουθεί να υπάρχει ως βίωμα και εσωτερική αίσθηση. 
Η ίδια η Τέχνη, ως ένας «άλλος» τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας, παράγει ετεροτοπίες. Ο καλλιτέχνης μπορεί να υπονομεύσει την τυπική εικόνας της πόλης ως ενός σύνθετου δικτύου από διασταυρούμενους δρόμους και φωτεινούς σηματοδότες και να δημιουργήσει από την αρχική πραγματική εικόνα έναν «άλλο τόπο»: μια πόλη που μετεωρίζεται και διαρκώς δραπετεύει γλιστρώντας πάνω στην αντανάκλασή της.
Ετεροτοπία λοιπόν είναι το ίδιο το έργο τέχνης, γιατί μας φέρνει σε επαφή με τον κόσμο, είναι εδώ και είναι παντού, είναι συγχρόνως όλοι οι τόποι. Και μήπως δεν είναι αλήθεια ότι ένα έργο τέχνης μας συνδέει με άλλους τόπους, χρόνους, μνήμες και αισθήσεις, υφαίνοντας αενάως αόρατα δίκτυα σχέσεων και διασταυρώσεων; 
Όλγα Καραμητοπούλου
Ιστορικός της Τέχνης

ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ 
(Ένα κείμενο της επιμελήτριας για τον τοίχο της έκθεσης)

Οι πόλεις διαμορφώνουν την ταυτότητά τους στα σταυροδρόμια. Άνθρωποι και ιστορίες, ιδέες, μνήμες, εικόνες διασταυρώνονται και αλληλεπιδρούν, προσπερνούν ή συγκρούονται και πυροδοτούν νέες ζυμώσεις. Οι αστικές διασταυρώσεις είναι αυτές οι συναντήσεις στο χώρο της πόλης και στο χρόνο της καθημερινότητας, που κρύβουν τη δύναμη της ανατροπής ή ακόμη και μιας κοσμογονίας. 
Ένα σύνθετο δίκτυο από διασταυρούμενους δρόμους, φωτεινούς σηματοδότες και διαβάσεις πεζών συνιστά μια τυπική εικόνα της σύγχρονης πόλης όταν όμως ο φωτογράφος παραβιάσει το παραδοσιακό ορθογώνιο κάδρο, το νόημα της ίδιας εικόνας αλλάζει: ο Θανάσης Ράπτης, κόβοντας τις φωτογραφίες του σε ακανόνιστα σχήματα, σαμποτάρει τη φαινομενική γεωμετρική τάξη του οδικού δικτύου, αποδίδοντας κάτι από τη χαοτική εμπειρία της κυκλοφορίας στην πόλη.
Σ’ αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, οι τοίχοι προσφέρουν ένα είδος δημόσιου ημερολογίου: στις αφίσες, τα συνθήματα και τα graffiti, η πόλη εξομολογείται τα όνειρα και τα αδιέξοδά της. Πάνω στους τοίχους ο Βασίλης Καρκατσέλης ψηλαφεί τις εφήμερες συναντήσεις ανάμεσα στο φως και τη σκιά, την ύλη και το λόγο και αποκαλύπτει εικόνες αναπάντεχα εύγλωττες: το σύνθημα «Ο ΦΟΒΟΣ ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΣΩΘΙΚΑ» επισκιάζει τις φιγούρες των περαστικών και αντηχεί πάνω από τα σκυφτά κεφάλια τους σαν ζοφερή διαπίστωση και σαν απειλή.

Λίγο ψηλότερα ο φακός της Ισμήνης Γούλα ακροβατεί στα σημεία τομής του δομημένου χώρου με το φαντασιακό της διαφήμισης. Αφίσες, κτίρια και σύννεφα εναλλάσσονται σε απρόσμενες θέσεις. Στις σουρεαλιστικές αυτές συνθέσεις γιγάντιες αισθησιακές καλλονές εκτοπίζουν τη θέα του ουρανού και μεταμφιέζουν τα απρόσωπα κτίρια σε ενσαρκώσεις της καταναλωτικής ευδαιμονίας.
Η πόλη όμως κάνει αισθητή την παρουσία της ακόμη και πίσω από τους τοίχους. Οι (αυτο)καταστροφικοί πολίτες του Τάσου Ντεγιάννη πρωταγωνιστούν στις ιστορίες αστικής νεύρωσης που σκηνοθετεί ο φωτογράφος: η πόλη-φόντο εισβάλλει στο εσωτερικό του διαμερίσματος, υπομνηματίζοντας την επίδρασή της στον ψυχισμό και τη συμπεριφορά του ατόμου.
Ένας τόπος γυμνός από δρόμους και κτίρια, στα όρια γης, ουρανού και θάλασσας, ένας άνθρωπος γυμνός από τα εμβλήματα της κοινωνικής του καταγωγής –τι σχέση μπορεί να έχουν αυτές οι εικόνες με την πόλη; Ο Ζαχαρίας Αυγερινός αναζητά τα ίχνη της πόλης στην άμμο. Στα γυμνά σώματα των λουομένων μαντεύει κανείς την ανάγκη τους να απελευθερωθούν από τις συμβάσεις της αστικής ζωής και να παραδοθούν στην ομορφιά ενός ‘ακατέργαστου’ φυσικού τοπίου.

 

Πρόσωπα και τόποι αντιπαρατάσσονται στην ασπρόμαυρη σκακιέρα του Σταύρου Δαγτζίδη. Είναι οι περαστικοί τους οποίους συναντά κανείς στο δρόμο. Τυχαίες διασταυρώσεις αγνώστων που με το βλέμμα τους στραμμένο στο φωτογραφικό φακό ξεκλειδώνουν άλλες, αθέατες διασταυρώσεις ανάμεσα στους τόπους που κουβαλάνε μέσα τους: χαμένες πατρίδες, τόποι της φυγής ή της εξορίας, πραγματικά τοπία και φανταστικές πολιτείες μπορούν να αντιστοιχίζονται στα πρόσωπα σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς.
Ο Γιώργος Παπαχαραλάμπους και ο Ευθύμης Μουρατίδης αναδιατάσσουν αποσπασματικές παραστάσεις της πόλης και διερευνούν τα πιθανά νοήματα. Αν οι εικόνες τους ισοδυναμούσαν με χίλιες λέξεις, τι είδους κείμενο θα παρήγαγαν; Ένα ανάλαφρο διήγημα ή μήπως ένα ασυνάρτητο ποίημα; Ο Ευθύμης Μουρατίδης εγκλωβίζει στις εικόνες του το ρυθμό της πόλης, μέσα από διαγώνιους άξονες και ιλιγγιώδεις οπτικές γωνίες. Πιο υπαινικτικός ο Γιώργος Παπαχαραλάμπους ξεκινά από το συμπτωματικό για να φτάσει έως την αλληγορία: τα κρυμμένα πρόσωπα και ανάμεσα τους ένα μάτι με την προειδοποίηση «ΠΡΟΣΕΧΕ» (LET OP) μετατρέπονται σε μια οπτική μεταφορά για την έλλειψη επικοινωνίας σε μια κοινωνία φοβισμένη και ελεγχόμενη.

Τις παραπάνω απόψεις για την πόλη μπορούμε να τις διασταυρώσουμε με τη μαρτυρία που μας δίνουν οι κατεξοχήν περιφερόμενοι κάτοικοί της, οι αδέσποτοι σκύλοι. Σ’ αυτό μας βοηθούν οι φωτογραφίες του Αχιλλέα Σαββόπουλου, ο οποίος χαμηλώνει το σημείο θέασης και, με την προοπτική του σκύλου πια, καταγράφει στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή σε ένα αστικό κέντρο.

Όλγα Καραμητοπούλου
Ιστορικός της Τέχνης