20/10- 30/12 Ατομική έκθεση του Βασίλη Καρκατσέλη με τίτλο ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ στην THE X-ART-I GALLERY. Στα πλαίσια του CONtrast -αντίΘΕΣΗ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Facebook Twitter Google+

Δίμηνο ανοικτό εργαστήρι.

Την Τετάρτη 20 Οκτωβρίου, από το πρωί μέχρι το βράδυ, σε ένα νέο εκθεσιακό για τη φωτογραφία χώρο, γίνονται τα εγκαίνια μίας ιδιόμορφης έκθεσης. Μιας έκθεσης όπου τα εκθέματα στους τοίχους αλλάζουν συνεχώς, μίας έκθεσης όπου δεν παρουσιάζεται το τελικό έργο, αφού δεν έχει προκύψει ακόμη, αλλά το ενδιάμεσο για την προετοιμασία του στάδιο εργασίας. Ο Βασίλης Καρκατσέλης, (Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης), αποκαλύπτει στο κοινό της πόλης τα μυστικά της κουζίνας του καλλιτέχνη.

Πρόκειται για ένα ανοικτό εργαστήριο, τα έργα του οποίου συμπληρώνονται ή ανανεώνονται μέρα με την ημέρα και με την βοήθεια του κοινού. Ένα εργαστήριο που σκοπό έχει να δείξει στους φίλους της φωτογραφίας την αγωνιώδη παράλληλη έρευνα προς ολοκλήρωση του προς παρουσίαση έργου, σε θεωρητικό και τεχνικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια των δύο μηνών, τα επιμέρους έργα θα ολοκληρώνονται ως προς τον εαυτό τους, θα συμπληρώνουν ενότητες διαφορετικών κατευθύνσεων, θα συγκροτούν άποψη, που ίσως την επόμενη χρονιά παρουσιαστεί, επί τέλους, αυτόνομη.


Σε περιβάλλον παρόμοιο με αυτό των προ δύο και τριών αιώνων γκαλερί / αποθηκών ή ενός εργαστηρίου / αποθήκης και πέρα από κάθε σύγχρονη μουσειολογική αντίληψη για το πώς παρουσιάζονται στο κοινό τα εικαστικά επιτοίχια έργα, οι κορνίζες στοιβάζονται η μία επάνω στην άλλη. Κανένα έργο δεν έχει την τελική υπογραφή του δημιουργού του, κανένα δεν έχει επιλεγεί σαν τελειωμένο από τον καλλιτέχνη ή τον επιμελητή της όποιας κατοπινής έκθεσης. Όλα είναι δοκίμια εργασίας, προσχέδια ανάπτυξης. Όλα θα διαμορφωθούν σε αυτούς τους δύο μήνες, που θα κρατήσει το εργαστήριο. Ελέγχεται η αντοχή του κάθε έργου σε παραλλαγές και παρεμφερείς σχεδιασμούς. Δοκιμάζονται διαστάσεις παρουσίασης, κορνίζες, πλάτη και χρώματα passe partout και φυσικά τα ίδια τα έργα σαν αυτόνομες οντότητες.

Στην έκθεση, που θα είναι διαδραστικά ανοικτή και υπό συνεχή διαμόρφωση, θα παρουσιαστούν 4 διαφορετικά δείγματα της δουλειάς με θέμα την Πόλη της Θεσσαλονίκης. 4 διαφορετικές πειραματικές ενότητες έργων και τεχνικών, από το παρελθόν, που αν και δουλεύτηκαν αρκετά κάποτε, παρέμειναν σε αυτό το στάδιο από έλλειψη χρόνου. Τώρα ήλθε η ώρα να ξαναδουλευτούν παρουσία κοινού. Ο καλλιτέχνης παρουσιάζει τα τυπωμένα δοκίμια της εργασίας του, ενώ στην οθόνη του υπολογιστή του συνεχίζει την επεξεργασία αυτών των έργων. Το κοινό με τον τρόπο του, τον βοηθά να τα συνεχίσει. Κάποιες φορές, πληρώνοντας μόνο το κόστος της εκτύπωσης, τον βοηθά να δει το επόμενο στάδιο επεξεργασίας του έργου και να συνεχίσει.
Το έργο για να προχωρήσει, πρέπει να τυπώνεται και να κρεμιέται στον τοίχο για τις απαραίτητες διορθώσεις. Το έργο στον τοίχο είναι μία νέα πραγματικότητα, ένα νέο αντικείμενο και σαν τέτοιο πρέπει να το αντιμετωπίζεις. Καταλαμβάνει χώρο, δημιουργεί περιβάλλον, παράγει σκέψεις και καμία σχέση δεν έχει με την ίδια εικόνα σε δείγμα ή το φάντασμά της στην οθόνη του υπολογιστή. Ήθελα να τα δω στον τοίχο, να τα χαϊδέψω, να μιλήσω μαζί τους, έστω και μετά από τόσο καιρό, και γι αυτό αποδέχθηκα την πρόταση. Για δύο μήνες θα δουλέψω για και με αυτά, δήλωσε ο καλλιτέχνης.


Η ταυτότητα της έκθεσης
Εγκαίνια: 20 Οκτωβρίου 2010
Διάρκεια: Τετάρτη 20 Οκτωβρίου έως 30 Δεκεμβρίου 2010.
Χώρος: THE X-ART-I GALLERY
Παπαμάρκου 25, (Πλ. Άθωνος), Θεσσαλονίκη, τηλ 6942 860 890.
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα έως Παρασκευή 18,15 - 21,30. 
Τίτλος: Μητέρα Θεσσαλονίκη
Παραγωγή Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης


Μητέρα Θεσσαλονίκη


Το κυνήγι της εξέλιξης της τεχνολογίας μας εξαντλεί. Από υμνητές μιας τεχνολογίας που καθημερινά εξελίσσεται θαυμαστά μεν, ραγδαία δε και με τέτοιες, μάλιστα, ταχύτητες, που αδυνατούμε, όσο και αν θέλουμε, να την παρακολουθήσουμε, σιγά - σιγά γινόμαστε αρνητές και εχθροί της. Η συνεχής εναλλαγή των εργαλείων αφήνει ένα κενό εντός. Όχι κενό νοσταλγίας για την ηρεμία των περασμένων χρόνων, τότε που κατείχαμε πλήρως (ή έτσι νομίζαμε) τα ελάχιστα απαιτούμενα εργαλεία έκφρασης, αλλά κενό μη έκφρασης της αγανάκτησης εκ της αδυναμίας του να παρακολουθείς τη βιομηχανία. 
Αντί να οικοδομείς τη σκέψη (για το περιεχόμενο) και να δουλεύεις τη δομή του έργου σου (για την πρέπουσα φόρμα του) ξοδεύεσαι για την κατάκτηση μιας αέναης εξέλιξης, πού ίσως σε βοηθήσει. Τα εργαλεία, όμως, δεν παράγουν από μόνα τους. Θέλουν άπειρο χρόνο να τα μελετήσεις, να γνωρίσεις τις δυνατότητές τους και να μπορέσεις να μιλήσεις τη γλώσσα τους. Και πριν μάθεις αυτή τη νέα γλώσσα και αρχίσεις να γράφεις τα ποιήματά σου, νέες αλλαγές, νέα εργαλεία, νέες σχολεία εκμάθησης, και πάλι από την αρχή. Εμείς που δοξάσαμε την εξέλιξη των εργαλείων σαν προσφορά δυνατοτήτων, νάμαστε στο χείλος του γκρεμού. Αντίδραση/αποτέλεσμα αυτής της δια βίου εναλλαγής των μηχανών και των εργαλείων που μας απομακρύνουν από τη χαρά της δημιουργίας είναι τούτη η έκθεση. Επιστροφή στο παλαιό με έργα, συνονθύλευμα πειραματισμών και ενασχολήσεων, που δε βρήκαν το δρόμο προς το κοινό τους.
Το ίδιο θέμα δουλεμένο με τέσσερα διαφορετικά εργαλεία. Τέσσερεις διαφορετικές μορφές του αυτού θέματος.
Διαφορετικές προσεγγίσεις, μία σε κάθε όροφο, παράλληλες πορείες του αυτού θέματος; Δίχως εσωτερική ή εξωτερική αφήγηση, δίχως αλληλεπίδραση της μιας στην άλλη, καμία αγωνία δεν εμπλουτίζει την αγωνία της άλλης.
Υπάρχει συνέχεια σε αυτό το έργο που συνεκτίθεται;
Η γύρω πραγματικότητα σαν αφορμή για μία ποιητική του παλαιού ή του τρέχοντος. Η πέριξ πόλη σα νέα ύλη ενός ρεαλιστικού μέσου και μιας μη ρεαλιστικής τεχνικής.
Η αλήθεια του γύρω μας κόσμου και η αλήθεια της ερμηνείας μας.
Η αλήθεια του μέσου, των εργαλείων του και η αλήθεια της δικής μας γραφής , του έργου μας.
Ούτε καταγραφή, ούτε περιγραφή. Πραγματικότητα μπορεί να είναι μόνο τα ίδια τα έργα, ίσως και η αόρατη πορεία της κατασκευής τους. Τα έργα δεν έγιναν για διακόσμηση. Οι εκθέσεις δε στήνονται για διασκέδαση.
Παλαιές εικόνες, δοκίμια σχεδόν, που με τις συνεχείς μετακομίσεις, ξαναβγήκαν στην επιφάνεια, ελάχιστα απομεινάρια, ότι σώθηκε απ τις πλημύρες. Εικόνες της πόλης που δέχτηκε να με φιλοξενήσει, τα χρόνια της αυτοεξορίας μου. Τοπία μιας πόλης που με αφορμή ή μέσα από τη φωτογραφία θέλησα να γνωρίσω.
Φωτογραφίες της δικής μου περιπλάνησης στην πόλη και στις δυνατότητες της δημιουργίας και ταυτόχρονα φωτογραφίες της διερεύνησης των μέσων και της αντοχής του υλικού. Παλιομοδίτικες ανομοιογενείς εικόνες εκτός παράδοσης και λαϊκού πολιτισμού. Αδιάφθορες στην εσωτερική τους δομή, αντιφατικές ως προς τη σχέση τους με την κυρίαρχη αστική αισθητική και ιδεολογία, δεν προβάλουν καμία πνευματική ανάπτυξη, καμία θέληση για εξελίξεις και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Φωτογραφίες του (μη) ταξικού αγώνα.
Ούτε καταγραφή, ούτε πραγματικότητα. Πραγματικότητα είναι μόνο τα ίδια τα έργα.
Ένα απειροελάχιστο δείγμα από εργασίες που έγιναν αλλά δεν παρουσιάστηκαν ποτέ στους φίλους, τους μαθητές και το κοινό της πόλης, γιατί ποτέ δε βρήκαν χώρο στον εκθεσιακό και παρεμβατικό κατακλυσμό που προσπαθήσαμε να ξεσηκώσουμε, για να βρει νερό η διψασμένη γη της συντροφικότητας, το αχαλίνωτο πάθος μας για πείραμα ή παιχνίδι ..
 

Για τις ασπρόμαυρες εικόνες από τις pin hole cameraς.


Η ατελής ματιά του φωτογράφου είναι οι pin hole camera, σαν μισόκλειστο μάτι, σα μισάνοιχτη μήτρα. Το φτηνό της ζωής με ένα φτηνό εργαλείο. Και άλλοι έκαναν τις ίδιες εικόνες, ίσως και με καλλίτερο τρόπο. 
Όλοι πάνε, που πάνε;
Χαμένοι στα μικροπροβλήματά μας, βαδίζουμε μόνοι, μικρά αγριολούλουδα στην άκρη της σύγχρονης πόλης. Φιγούρες ντυμένοι στα καλά μας, εμείς και οι συνάνθρωποί μας (;), κινούμαστε σαν καινούργιοι κομπάρσοι ανάμεσα στα σκηνικά. Η πόλις σαν σκηνικό όχι για την κοινή μας πορεία προς τον άνθρωπο, αλλά σαν άτομα προς το θάνατο. Γκρίζο θολό τοπίο για μια γκρίζα πραγματικότητα. Οι δικοί μου πρωταγωνιστές είναι αντιήρωες. Μικρές οντότητες που χάθηκαν μέσα στην ιστορία της καθημερινότητας και των ψευτοαναγκών της κατανάλωσης, γλιστράμε, δίχως όνειρα, σε ένα περιβάλλον που έφτιαξαν, φινίρισαν ή ζωγράφισαν άλλοι. Άλλοι έγραψαν τα συνθήματα στους τοίχους, μα τα ανθρωπάκια των εικόνων μου σκυμμένα τα προσπερνούν, δίχως ανάγνωση, δίχως επικρότηση, δίχως διαφωνία, μια συζήτηση βρε αδερφέ. Καμία συμμετοχή σε τίποτε, χωρίς άσκηση κριτικής σε αυτό, δίχως κοινωνική κριτική. Ούτε καν το αίσθημα μιας ανώφελης ενατένισης. Οι σχέσεις τους με τους άλλους και με τον εσωτερικό αυτού του σκηνικού κόσμο ανύπαρκτες. 
 

- Γιατί φωτογραφίζετε;
- Αυτός που φωτογραφίζει για να καταδείξει, για να υπενθυμίσει, έστω για να πληροφορήσει, δε φωτογραφίζει απαραιτήτως για να ψυχαγωγήσει. Ελευθερία είναι ο περιορισμός των αναστολών, είναι η δράση για το κάτι επιπλέον, είναι ο εκμηδενισμός της απραξίας. Ίσως φωτογραφίζω για να κάνω, να φωνάξω κάτι.
- Μα τι ωραίο βρίσκετε εδώ και φωτογραφίσατε τώρα;
- Τίποτε ωραίο. Το αντίθετο μάλιστα, είναι ένα παντελώς αδιάφορο τοπίο της πόλης, που ρίχνει με τον καλλίτερο τρόπο φώς στα γεγονότα, έτσι ώστε οι φωτογραφίες μου να ανταποκρίνονται περισσότερο στην αλήθεια απ ότι στην πραγματικότητα.
- Σας έχω δει και άλλη φορά να φωτογραφίζετε, με βοήθησε και η εμφάνισή σας, και έτσι πήρα το θάρρος να σας μιλήσω. Σας βλέπω τόση ώρα να ψάχνετε κάτι για φωτογράφιση, και πιστέψτε με, δε βρήκα τίποτε άξιο λόγου να φωτογραφηθεί. Κι όμως κάθε τόσο σταματάτε και κάτι αόρατο βγάζετε. Μήπως δοκιμάζετε τη μηχανή σας;
- Όχι, όπως βλέπετε η μηχανή μου είναι μια παλιατζουρία, μια ξεπερασμένη. Και πιστέψτε με και εμένα, καθόλου δε μου πέφτει εύκολη η διαδικασία της φωτογράφισης. Κι όμως ψάχνω, απλά, ψάχνω τρόπους και ευκαιρίες να διευρύνω τις αντιλήψεις μου για τα πράγματα, μέσω αισθήσεων , αισθήσεων όπως η όραση που ενδεχομένως δεν ελέγχονται από τη λογική. Ας πούμε η αναγωγή ενός οπτικού θέματος σε κάτι άλλο, είναι μία καλή πρόφαση για να με αναγκάζει να είμαι εδώ, ντάλα μεσημέρι, μέσα στην κάψα. Όλα μπορεί να είναι και κάτι άλλο. Αν προσθέσουμε και την αποκάλυψη πρόσθετων μισοκρυμμένων στοιχείων, που ενδεχομένως μπορεί να προσφέρει μία δεύτερη θέαση του πραγματικού μέσω της φωτογραφίας του, μία διεξοδική ανάγνωση αυτής της φωτογραφίας που μόλις τράβηξα, τότε ίσως έχω πραγματικά λόγο να φωτογραφίζω το άχρηστο, το μη ορατό με την πρώτη ματιά, όπως είπατε. Η όραση, όπως ακριβώς και η νόηση, πρέπει να εξασκείται: Αλλιώς η απώλειά της δε γίνεται αντιληπτή. Η δική μου αλήθεια με σπρώχνει σε μία συνεχή επιβεβαίωση της γενικότερης. Αυτή η γενικότερη ζητά με τη σειρά της τη δική της επιβεβαίωση και το γαϊτανάκι καλά κρατεί. Πρόκειται για μία αδιέξοδη και χωρίς τέλος διαδικασία, που όμως, συντελείται συνεχώς με την ελπίδα της εύρεσης μιας διεξόδου, έστω και μέσω της πράξης της φωτογράφησης, της επεξεργασίας του φωτογραφημένου παρόντος και της παρουσίασης του όποιου προϊόντος παρήχθει από αυτές τις πολύπλοκες διαδικασίες Είναι ελεύθερη η επιλογή μου να διαχειρίζομαι ερωτήματα και όχι απαντήσεις. Και ξαναγυρίζοντας στο θέμα της ελευθερίας, που έθιξα προηγουμένως, ελευθερία νοιώθεις όταν οι πράξεις σου δεν εξαρτώνται από κάποιον άλλο απώτερο σκοπό, όταν δε χρησιμεύουν σε κάτι υλικό, όταν δε σκοπεύουν σε τίποτε εξωτερικό παρά μόνο να ικανοποιήσουν εσωτερικές ανάγκες. Φυσικά, αυτές οι αρχές περί ελευθερίας, εν γνώσει μου, είναι που αντιτίθενται στη δημιουργία ενός συμπαγούς έργου, ενός ύφους που να με χαρακτηρίζει στην καλλιτεχνική κοινότητα, αλλά όλα έχουν το αντίτιμό τους. Στα λατινικά είναι γραμμένο κάπου: Η ζωή είναι μικρή και η τέχνη μεγάλη.

 

Λίγα λόγια και για τα χαρακτικά


Στη Θεσσαλονίκη έφτασα το 1984, (μακριά από την Αθήνα) και πολλά πράγματα στην καλλιτεχνική μου ενασχόληση πήραν απρόσμενες διαδρομές.
Κάπου τότε, η πόλη γιόρταζε τα 2300 χρόνια από την ίδρυσή της και η εμπλοκή μου σε εκδόσεις και λοιπές δράσεις έριξε το πρώτο της σπέρμα για αυτά τα παλιομοδίτικα χαρακτικά.
Ήθελα να χαράξω την πόλη σε διάφορες εποχές της, με την τεχνική που θα την χάρασσαν τα διάφορα εργαστήρια/συντεχνίες των εποχών. Είχα παρατηρήσει ότι το κάθε εργαστήριο για τις ανάγκες ενός βιβλίου ανέθετε σε κάποιον που ποτέ δεν είχε διαβεί τα τείχη της πόλης του, να φτιάξει μία πόλη που να ανταποκρίνεται στην περιγραφή του ταξιδιώτη, τα κείμενα του οποίου θα ήταν το κυρίως θέμα του βιβλίου.
Η έρευνα πήρε μήνες και η χάραξη πολύ περισσότερους. Ένα μέρος εκείνης της εργασίας είχα παρουσιάσει στο παταράκι του Ιανού, στην Αριστοτέλους. Ένα άλλο μέρος κυκλοφόρησε σαν αυθεντική τυπωμένη στο χέρι κάρτα. Το υπόλοιπο έμεινε θαμμένο, μέχρι που κάποια πλημμύρα στο εργαστήριο και την αποθήκη τα ξαναέφερε στο φως. Όσα δεν είχαν κολλήσει ή καταστραφεί πλήρως, σκαναρίστηκαν και πήραν τη σημερινή νέα τους ψηφιακή μορφή.


Βασίλης Καρκατσέλης
Σεπτέμβρης 2010.


Λίγα λόγια για το

Contrast / Αντίθεση: Φεστιβάλ Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης
1η διοργάνωση: 1 / 10 / 2010 - 31 / 12 / 2010


Η διοργάνωση θα πραγματοποιείται κάθε φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ως τον Δεκέμβριο) σε εκθεσιακούς χώρους, πολιτιστικά κέντρα, ινστιτούτα, galleries, κινηματογράφους και στα cafe bars, συνεχίζοντας την καθιερωμένη προηγούμενη διοργάνωση.
Οι συμμετοχές θα αφορούν μέλη της ομάδας «Φωτοπόροι», καθώς και μέλη άλλων ομάδων από την Θεσσαλονίκη και από την υπόλοιπη χώρα. Επίσης θα συμμετέχουν σημαντικοί Έλληνες φωτογράφοι αλλά και ξένοι, με την υποστήριξη ινστιτούτων, προξενείων και πρεσβειών.

Στόχος της διοργάνωσης είναι η δημιουργία ενός νέου, σύγχρονου φεστιβάλ, που θα παρουσιάζει καταξιωμένους, αλλά και νέους, αξιόλογους σύγχρονους φωτογράφους, μέσα από μια μεγάλη φωτογραφική γιορτή, που θα προσελκύει το φιλότεχνο κοινό της Θεσσαλονίκης και ενδιαφερόμενους από όλη την χώρα και από το εξωτερικό.
Οι εκθέσεις σε εναλλακτικούς χώρους (κινηματογράφοι, cafe bars) και τα happenings θα φέρουν το ευρύτερο κοινό σε επαφή με την φωτογραφική τέχνη.
Το σύνολο των εκδηλώσεων θα αναπτύξει την φωτογραφία στην Θεσσαλονίκη, ενώ η γέννηση του νέου φεστιβάλ θα δραστηριοποιήσει τις φωτογραφικές δυνάμεις της χώρας.
Ο στόχος είναι η δημιουργία ενός φεστιβάλ που θα συμπεριλαμβάνει πολλές και διαφορετικές απόψεις και που δεν θα διακατέχεται από την άποψη και την αισθητική ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας. 
Το φετινό φεστιβάλ αποτελεί μια πρώτη πιλοτική διοργάνωση όπου, η συγκέντρωση των τελικών συμμετοχών δικαιώνει τους στόχους, παρουσιάζοντας ένα σημαντικό κομμάτι από την σύγχρονη «φωτογραφική σκηνή» της χώρας.
Το έργο της διοργάνωσης ανέλαβαν τα μέλη της ομάδας «Φωτοπόροι» και στην πορεία άρχισαν να συμμετέχουν και μέλη από άλλες ομάδες, προσφέροντας εθελοντική εργασία και βοηθώντας ουσιαστικά στην υλοποίηση του φεστιβάλ.