«Η φωτογραφία από την παράδοση στη νέα παράδοση», Παρουσίαση του Βασίλη Καρκατσέλη

Facebook Twitter Google+

«Η φωτογραφία από την παράδοση στη νέα παράδοση»

Το Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (ΦΚΘ) μετά από ένα πυκνό και πολυδιάστατο εκθεσιακό πρόγραμμα, συνεχίζοντας την προσπάθεια για διάλογο επάνω στο τι μπορεί να είναι η φωτογραφία σήμερα, το τι και πως αυτή φωτογραφίζει, το πώς κοινωνεί την υλική ή άυλη παρουσία της στο εν δυνάμει κοινό της.

Τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου, στις 8 μμ, ο Βασίλης Καρκατσέλης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΦΚΘ,  παρουσίασε μία φωτογραφική πορεία διερεύνησης στην κόψη του ξυραφιού του Μέσου (φωτογραφικού).

 Έργα και ημέρες, η εκάστοτε εποχή και οι εκάστοτε απαιτήσεις.

Η αιώνια μάχη απέναντι στην παράδοση, την ευκολία της αντιγραφής ή της επανάληψης, τα ερωτήματα για την ανάγκη του «ωραίου» ή την ανάγκη του «άσχημου».

Από πού, για πού και γιατί. Βασικά ερωτήματα που ταλανίζουν τη σκέψη κάθε δημιουργού, ιδιαίτερα τα ταραγμένα χρόνια της μετάβασης από τον 20ο στον 21ο αιώνα, τόσο σε επίπεδο φόρμας, όσο και περιεχομένου.

Και φυσικά, το σήμερα.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στον πρώτο όροφο του CAFE BAZAAR, Παπαμάρκου 34, Πλατεία Άθωνος, τηλ 2310241817.

Ο φωτογράφος – εικαστικός Βασ. Καρκατσέλης παρουσίασε τρεις βασικούς άξονες που διατρέχουν το έργο του και έθεσε προς συζήτηση τα ερωτήματα που προκύπτουν από την παράλληλη λειτουργία τους.
Η πρώτη ενότητα αναφερότανε σε αυτό που χαρακτηρίζεται σαν παραδοσιακή αντίληψη για το τι είναι, πως και τι φωτογραφίζει αδιαμεσολάβητα η φωτογραφία.
Περιελάμβανε διαφορετικές ενότητες του έργου του, που παρά την ακραιφνώς straight φωτογράφιση, το αποτέλεσμα διέφερε ριζικά, από φάκελο σε φάκελο, μόνο και μόνο από τη χρήση διαφορετικών εργαλείων της φωτογραφίας, όπως ο τύπος της φωτογραφικής μηχανής, το φιλμ, ο φακός ή η εγγύτητα στο θέμα και η αλλαγή κλίμακας κτλ.
Η διερώτηση για το τι και ποια είναι η (μπροστά στο φακό) αλήθεια της «πραγματικότητας» και το πόσο παραποιείται αυτή, όχι από πρόθεση παραποίησης, αλλά από την ίδια τη φωτογραφική μηχανή και τα απαραίτητα αξεσουάρ της, επέτρεψε σε όλους να γίνει κατανοητό το πόσο αδιαμεσολάβητη μπορεί να είναι η straight φωτογραφία, το πόσο λάθος είναι να μιλάμε σήμερα για φωτογραφική φωτογραφία ή για τη φωτογραφία των φωτογράφων.

Η δεύτερη ενότητα σχολίασε (με μία σειρά πολλών παραδειγμάτων) το τι μπορεί να σημαίνει η παρουσία της φωτογραφίας στη ζωή ενός φωτογράφου, το τι σημαίνει σκέφτομαι και εκφράζομαι με τη φωτογραφία, το τι ζω με αυτή (όχι ζω από αυτή), το τι «παίζω» και την αφήνω να εμφιλοχωρήσει σε όλες τις εκδοχές της κοινωνικής μου ζωής, των σχέσεων με τους φίλους και άλλους συνανθρώπους, (προσφέροντας τη χαρά της εκμετάλλευσης των ξεχωριστών ιδιαιτεροτήτων του μέσου).

Στην Τρίτη ενότητα παρουσιάστηκαν κάποιες από τις προσπάθειες του δημιουργού να ξεπεραστούν τα όρια και οι δεσμεύσεις της παραδοσιακής αντίληψης για το τι μπορεί να προσφέρει η φωτογραφία σε έναν δημιουργό.
Η απελευθέρωση της δομής της φωτογραφικής εικόνας, το ξεπέρασμα του δισδιάστατου της φωτογραφικής επιφάνειας, η κατάργηση του απόλυτου παραλληλόγραμμου  ως όριο του φωτογραφικού κάδρου, το τελείωμα της «φωτογραφίας» ή μη, την ώρα του κλικ ή η περαιτέρω ενασχόληση  με την τυπωμένη εικόνα, είναι μόνο μερικά από τα θέματα που θίχτηκαν.
Επιπροσθέτως συζητήθηκαν και οι αξίες των τρόπων με τους οποίους αυτό το όποιο έργο θα έλθει σε επικοινωνία με το κοινό του. Παρουσιάστηκαν πιθανοί τρόποι ανάρτησης, σύνθετης παρουσίασης και μικτών τρόπων επικοινωνίας του περιεχομένου τους, μέσω της φόρμας άρθρωσης μίας έκθεσης, ομαδικής ή ατομικής.

Στη συζήτηση που ακολούθησε, θίχτηκαν θέματα όπωςτο «ωραίο» στην τέχνη,

η ανάγκη μιας αυστηρότητας στην εσωτερική δομή του έργου, τέτοια που να μπορεί να υποστηρίζει με τον καλλίτερο τρόπο το ανάλογο περιεχόμενο,

η ανάγκη σκληρής μαθητείας, ώστε ο δημιουργός, απόλυτος κάτοχος των εργαλείων του, να είναι πάντα ικανός να παράγει ακριβώς τις εικόνες που επιθυμεί και όχι να περιμένει από «τυχαιότητες» να συγκροτήσει ενότητες έργου,

η ανάγκη το έργο να εκπέμπει (με τον έναν ή άλλον τρόπο) μία «πολυτιμότητα» κ.α.