28/12/2020 Παρουσίαση του Θάνου Κόσυβα με τίτλο, «Τί έκανα στη διάρκεια του εγκλεισμού και στη νέα εποχή του Covid- 19»

Facebook Twitter Google+

Ζούσαμε και ζούμε μία κατάσταση πρωτοφανή. Ο Covid 19 έχει εξαπλωθεί σε κάθε γωνιά του πλανήτη και επηρεάζει τον τρόπο που ζούμε, αλληλεπιδρούμε και σκεφτόμαστε.

Η επέλαση του ιού άλλαξε και συνεχίζει να αλλάζει την καθημερινότητά μας, ξαναγράφει την ιστορία και πιθανότατα δημιουργεί τις ασφυκτικά «ιδανικές» συνθήκες για έναν δημιουργό, γενικά, ή στην περίπτωση μας για έναν φωτογράφο, να εκφράσει τους φόβους, τις ανησυχίες, ακόμη ίσως και τις ελπίδες που γεννά μέσα του αυτή η νέα εποχή.

Το Φωτογραφικό Κέντρο Θεσσαλονίκης κάλεσε τα μέλη του, να μοιραστούν τις δημιουργίες τους κατά την πρώτη φάση εγκλεισμού (καραντίνας) εξ αιτίας του covid-19 και να συζητήσουν μαζί μας τυχόν απορίες και προβληματισμούς που γεννήθηκαν ή γεννιούνται από αυτά.

Ο Θάνος Κόσυβας παρουσιάζει  (στην ιστοσελίδα στην παρούσα φάση εξαιτίας της αναβολής των συναντήσεων) μέρος των εικόνων που δημιούργησε από την ενότητά του “ Μεταφωτογραφήσεις- Αει(Μετα)κινήσεις Covid-19”,καθώς και το ομότιτλο ποίημα του. 

 

Μεταφωτογραφήσεις – Αει(Μετα)κινήσεις

Covid-19

 

Ζεις μέσα στα όνειρα και τρέφεσαι από τις μνήμες.

Ποδηλατείς στο αντίθετο ρεύμα της παραλιακής

κι ακροβατείς στα ερειπωμένα κτίρια σιδηροδρομικών σταθμών.

Υπνοβατείς σαν σκιά μες σε θερμά λουτρά

κι εγκαταλελειμμένους γκρίζους κοιτώνες

ψάχνοντας να βρεις μια αχτίδα φως,

μια διαφυγή απ’ το παράλογο, απ’ τη λογική.

Ανοίγεις τα χέρια σου φτερά

πάνω σε παράθυρα ανοιχτά.

Σκαρφαλώνει σε ολάνθιστο γκρεμό η ματιά σου.

 

Δεν υπάρχουν όρια.

Τα κάστρα κατεβαίνουν ως τη θάλασσα.

Δεν αντέχεται η μοναξιά.

Οι ομπρέλες ανοίγουν τα φτερά τους πάνω απ’ τα κάστρα.

Η πόλη ζει σε μια ψευδαίσθηση.

Η πόλη αφουγκράζεται τη σιωπή.

 

Άνθρωποι φαντάσματα την κατοικούν

και ξεμυτούν απ’ τις οθόνες

με τον αριθμό έξι φορεμένο στο κεφάλι.

Κάποτε είχαν για φωτοστέφανο τ’ ουράνιο τόξο.

Τώρα μια αχλή σκεπάζει το γυάλινο πρόσωπό τους.

Βλέμματα καρφωμένα στο κενό

κι άδειες καρέκλες στα πάρκα.

Μια πόλη πίσω από τα κάγκελα.

Μια πόλη κεκλεισμένων των ψυχών.

 

Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτή η θάλασσα.

Μια θάλασσα βάλσαμο.

Όσο κι αν θέλουν να σε κλείσουν

μες στα κάστρα της λησμονιάς,

η ψυχή θα λαχταρά τη θάλασσα.

Η ψυχή δε φυλακίζεται.

Η ψυχή ποθεί.

Ποθεί την άνοιξη, τον έρωτα, τη θάλασσα.

Μέσα απ’ αυτή αναμένεις τη λύτρωση και τον εξαγνισμό.

Αδημονείς να βγεις στο φως,

να λουστείς χαμόγελα κι αγκαλιές.

Να κατακτήσεις το είδωλό σου.