1. Δρόμοι
...Εσύ, του ‘λεγε η δικιά του, δεν μπορείς να προσανατολιστείς μέσα
στο σπίτι, θες να βρεις άκρη στους δρόμους στην πόλη, άσε πια τη ζωή
σου.....
Μα κύριε θ’ απομακρυνθείτε, του φώναζε έξω φρενών ο άνθρωπος που κράταγε
το κράνος στο χέρι, αμάν πια. Αντίκρισε παραξενεμένος την πελώρια χούφτα
του εκσκαφέα, ακριβώς από πάνω του, ξεχείλιζε με συντρίμμια απ’ την
οικοδομή που κατεδάφιζαν.
Μα να ‘τανε τούτη η πολυκατοικία, αναρωτήθηκε γι’ αυτήν που γκρέμιζαν,
και ξάφνου θυμήθηκε, ήταν του Πόντιου, μένανε εκεί στα τέλη του εμφύλιου
και πάλευε μ’ εκείνα τα κρεβάτια με τις λάμες τ’ αθάνατα.....
Το μηχάνημα ήδη είχε αποκαλύψει μια μεγάλη τρύπα ίσα με το πεζοδρόμιο
κι έχασκε, ήταν το υπόγειο, Εκεί τα ‘φτιαχνε, ακριβώς εκεί μέσα, έδειξε
με το χέρι και πλησίασε, Βρε πίσω γαμώ την αγανάκτησή μου γαμώ, πίσω
σου λέω μπάρμπα, μ’ έπρηξες, άντε στο καλό μη φωνάξω την αστυνομία,
μπα σε καλό μου σήμερα, Ξέρεις σε τούτο το δρόμο ακριβώς εδώ στο υπόγειο
.. Άσε με ρε άνθρωπέ μου με το υπόγειό σου, έτσι βγαίνει το ψωμί νομίζεις;
Κάτι τον πλάκωσε και φούντωσε, Έτσι θα γλυκάνει το ψωμί σου, κύριε,
του όρμισε, έτσι θα βρεις νόημα σ’ αυτό που κάνεις, με τις μνήμες θα
στολίσεις το είναι σου... εδώ δούλευε τα σιδερικά του ο Λάζαρος απολυμένος
απ’ τα τραίνα, γιατί ήταν αριστερός, λέει, και μάλιστα συνδικαλιστής
και τον σούταραν, ενώ στην κατοχή ανεβοκατέβαζε σημειώματα και κουβάλαγε
δυναμίτες και εσύ θες να τα γκρεμίσεις όλα και τις μνήμες μαζί, σαν
τους άλλους που θένε την ιστορία σουρωτήρι, στο διάολο...
Έμεινε να τον ακούει ο άλλος μ’ ανοιχτό το στόμα, Με συγχωρείτε, ψέλλισε,
έχετε δίκιο, κι ο γιος μου τα ίδια μου λέει, και γω ο βλάκας.... αλλά
και το εξήντα τόσο που λέτε έτρεχα, πιλάλαγα, ξήλωνα πεζοδρόμια, γκρέμιζα
τον κόσμο, ποιος στεκόταν μπροστά μας τότε, τι νομίζεις εσύ, μας έτρεμε
το μπατσαριό, ψήλωνε ο άνθρωπος με το κράνος όσο μίλαγε, γυάλιζε το
μάτι του, έλαμπε το πρόσωπό του, ξέχασε την κατεδάφιση, Εμείς οι οικοδόμοι
τότε που λέτε κύριε ....να σαν κι αυτούς...
Τρεις ήταν οι μετανάστες, σκούρο το χρώμα τους, νέοι, ευκίνητοι, να
ορμούν στα δευτερόλεπτα που έκανε τη γύρα η χούφτα απ’ το ‘να άδειασμα
στο επόμενο, να τραβούν τα σιδερικά απ’ τα διαλυμένα μπετά, να τα ντανιάζουν,
να τα πουλήσουν να φάνε, να... Κελάηδαγε ο εργολάβος χειρονομώντας,
φαινόταν η ανάγκη του να ισορροπήσει αυτό που ‘κανε τώρα με κείνα τα
παλιά τα ηρωικά.....Κατάλαβες κύριος, τον έσπρωξε στον ώμο ο χθεσινός
οικοδόμος, το μπετό με τον τενεκέ στον πέμπτο, όχι με την αντλία και
αραλίκι....
Τότες ήταν που ξεκούφαιναν τον κόσμο με τ’ απαγορευμένα, τριγύριζαν
και έκαναν παλαβομάρες, ωραίες, αισιόδοξες, πολύχρωμες, όπως έλεγε ο
Κρης, κι ο Άρης να τις αλατίζει με τ’ αμίμητα, έπεσαν πάνω στη σκοπιά
και τραβολόγαγαν το φρουρό να τα παρατήσει και να ‘ρθει μαζί τους να
τραγουδήσουν.... τότες που θέλαν να διευρύνουν το στένεμα.... Αγάντα
μωρέ που δουλεύετε με χαμηλά το κεφάλι κι αγέλαστοι, στράφηκε στον τέως
οικοδόμο, αγάντα και πες στο γιό σου για τα παλιά....
Αντώνης Κακαράς
2. Δρόμοι (στην Ικαριά)
«.Δε θα προσγειωθεί το αεροπλάνο, η ομίχλη καταλαβαίνετε...», άτυχο
το νησί τους φέτος, απ’ τη μία με το πλοίο που σταμάτησε να κάνει το
δρομολόγιο, απ’ την άλλη τ’ αεροπλανάκια που τα ‘βλεπες κι έλεγες, Αυτό
σηκώνεται στον αέρα, μη τρελαθούμε!
Πήρε το μάτι του δυο τρεις που ‘βγαιναν βιαστικά, Μόλις προλαβαίνουμε
το λεωφορείο...να, εκείνος με τη φόρμα, τον είδε απέξω, μπήκε μέσα,
Έπαιζε το κασετόφωνο.... Και θ’ αρπάξω τα μπαστούνια, σ’ αγαπάω ως τα
μπούνια... τρέλα αφαιρέθηκε πάλι να κοιτάζει, Μιχαλάκι, το πλοίο...Θα
προλάβουμε, ξέρω γω, ήξερε αυτός, μπήκε φύγανε επιτέλους, με το πάσο
του το όχημα, Παίζω γω με το μαλλάκι, μάνα μου μάτια λουλάκι... το καινούργιο
πάθος....
Μιχάλη, πάλι ο διπλανός, Ναι Μπάρμπα Στέλιο, Άνοιξε κοπέλι μου τη σακούλα
δίπλα σου, Ποια απ’ όλες Μπάρμπα Στέλιο, Αυτήν την κόκκινη με την κορδελίτσα,
βγάλε το πάνω πάνω δεματάκι, είναι για σένα, Τι έχει Μπάρμπα Στέλιο,
Έσφαξα ένα κουνελάκι και σου ‘χω το μισό, να το τηγανίσεις για μεζέ,
δεν απάντησε ο οδηγός, απασχολημένος με το κινητό που χτύπησε, ενώ με
το ‘να χέρι γύριζε το τιμόνι στις ατέλειωτες στροφές και με τ’ άλλο
προσπαθούσε να κουμαντάρει το κουνέλι, που ‘τανε πεσκέσι για τηγάνισμα,
Μάαστα....Ναι εγώ, σου ‘χω τριάντα ευρώ απ’ τ’ αυγά, βγες στο δρόμο,
σε τρία λεπτά φτάνω να σου τα δώκω....
Μπάρμπα Στέλιο να ‘σαι καλά, φρενάρισε σε δυο λεπτά, άνοιξε το παράθυρο
έδωσε τα τριάντα ευρώ, σχολίασε την ποιότητα των αυγών, φύγανε, ξεκινώντας
η ανηφόρα πήρε ο ίδιος τώρα τηλέφωνο, Κατέβα στη στροφή, σου ‘χω το
φάκελο απ’ το ταμείο...σταμάτησε κι έδωσε το φάκελο πεντακόσια μέτρα
πιο πάνω, Κούκλα μου τα δυο σου μάτια, κάναν την καρδιά κομμάτια...
Και δε μου λες εσύ, απευθυνότανε στο μπρος κάθισμα η τραγιάσκα, θαρρείς
πως με δαύτα θα κάνεις Φωκιανό, δε σφάξανε, Γιατί δε θα κάνω, Γιατί
δε θέλει ετοιματζίδικο, θέλει μπόλι σα και τη γυναίκα κοπέλι μου ...
Φαντάρεεε, ούρλιαζε ο Μιχάλης απ’ το κινητό, τρέχα ρε στραβάδι να πάρεις
τις πατάτες, εμένα περιμένεις να τις κατεβάσω, τεμπελχανά, κουτρουβάλαγε
ο σκοπός, Θα κάνουμε γιαχνί, δε σου δωσε το ρασκό ο χασάπης ο κερατάς,
άφαντο το λεωφορείο, Κάνε τουμπεκί γαμώτο, το φιλότιμο και μόκο... το
καινούργιο άσμα, ενώ ξεκίναγε το επόμενο τηλεφώνημα.
Φτάνω σε πέντε, αν δε σας δω στη στροφή, έφυγα, σε πέντε ακριβώς τσούρμο
να περιμένει με τριπλάσια δέματα, άνοιξαν μόνοι τους την μπαγκαζιέρα,
τα ‘χωσαν μέσα, ανέβηκαν, διακόσια μέτρα παρακάτω σηκώθηκε κουτσαίνοντας
ο Μπάρμπα Στέλιος, Μιχάλη να πεις του Νάζιου θέλω αύριο την πάπια για
τη γερόντισσά μου, Άντε Μπάρμπα Στέλιο, άντε μπράβο... σε πενήντα μέτρα
ξανά στάση, Έλα κυρ Ανέστη η σειρά σου, Καλά Μιχαλάκη, μη βιάζεσαι,
μη βιάζεσαι χαρώ το, δε ξινίζει το κρασί στο τόσο, φύγανε, αφαιρέθηκε
να στοχάζεται τούτος.
Τα προφυλακτικά σου Θοδωρή, ξεράθηκαν στα γέλια, προσπερνούσε το λεωφορείο
τα κατακόκκινα συνθήματα στους βράχους.... προχωρούσε χαρούμενο σκορπώντας
καυσαέριο, λύνοντας εκκρεμότητες, παραδίδοντας ελπίδες, ειδήσεις και
διαχέοντας άσματα.... Θα τα κάνω όλα μαντάρα, στην αγάπη μου κατάρα...
πεταχτός και τσαχπίνης ο μεταφορέας, αυτό δεν ήταν μέσο συγκοινωνίας,
ήταν μέσο επικοινωνίας, καφενείο, ταχυδρομείο, παντοπωλείο, εξομολογητήριο,
έστησε αυτί... Δώσ’ του πέρα δώσ’ του πέρα δώσ’ του φουστανιού σου αέρα.....
επιτέλους!
Αντώνης Κακαράς
3. Δρόμοι “Ελληνικοί” Οι “δρόμοι” της
ζωής μας
Ελλάδα..... Ξημερώνει. Χάνομαι στο φως που απλώνεται στον μεγάλο δρόμο
στον δρόμο των συναντήσεων και των αποχαιρετισμών. Στον δρόμο της καρδιάς
και της ψυχής, του Ουρανού και της γης .Στον δρόμο της ελευθερίας της
φιλοξενίας της φιλίας ,του πνεύματος, στον δρόμο των ηρώων.
Την Άνοιξη το πρώτο χελιδόνι ξανακτίζει την φωλιά του στις Αθήνας τις
γωνιές στα αρχαία μνημεία ξαναγεννιούνται νεοσσοί, πορφυρές ατέλειωτες
ακρογιαλιές φιλικές ερωτικές τρυφερές ελληνικές αγκαλιές μοιάζουν ,
σταφύλια κρέμονται σε μικρές κληματαριές στις αυλές των σπιτιών ,το
νέκταρ των Θεών . «και ‘ς τα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ»
(3),(Ιλ. Τ. 38). προσφέρεται ως οίνος από την ήβη:.....................
και η θεία Ήβη, τους κερνούσε το νέκταρ .......» (4), (Ιλ. Δ, 2-3).
Όμηρος
Εδώ οι ευαίσθητοι άνθρωποι, οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι ακούραστοι
από γεγονότα κτίζουν την ζωή τους και κρατούν τον Ελληνικό πνευματικό
φάρο πάντα αναμμένο για αυτούς που ταξιδεύουν στους δρόμους της ατελείωτης
αναζήτησης και γυρεύουν σταθμούς ενδιάμεσους για το απρόβλεπτο ταξίδι
της ζωής τους , για αυτούς που η ζωή τους κυλά σε μια Ελληνική γειτονιά
με τα ασβεστωμένα πεζούλια και τις μυρωδιές των λουλουδιών που ξεφυτρώνουν
ακόμα και από τους παλιούς χαλασμένους τοίχους των σπιτιών , με χιλιάδες
χρώματα ,πνίγοντας το γκρίζο χρώμα το ατελείωτο γκρίζο της στέρησης
της εγκατάλειψης, του μαρασμού.
Ελληνικά δρομάκια, λουσμένα στο φως και στο πράσινο προστατεύουν ακόμα
την αθωότητα την ελευθερία τους φόβους των νεανικών μας χρόνων. Εδώ
δεν υπάρχουν αδιέξοδα στενά που ζουν στην σκιά των μεγάλων δρόμων. Ακόμα
και το πιο μικρό δρομάκι είναι η υπόσχεση της γονιμότητας της ανθοφορίας
της αγάπης της ζωής …μοιάζει με εκείνη την δύναμη που έχει ο κάθε ένας
μέσα μας και θέλει να την μοιραστεί.
Δρόμοι που η περιπλάνηση εδώ είναι ένα ατελείωτο ταξίδι για την φιλοσοφία
την ποίηση την γνώση την δόξα τα ιδανικά, για τα μεγάλα τα ελευθέρα
τα δυνατά.
Οι απλές καθημερινές και προσωπικές στιγμές παίρνουν μια ατελείωτη διάσταση
καθώς η ελπίδα προβαίνει λουσμένη από το Ελληνικό φως .
Μακριά από την Ελλάδα πώς να πορευτώ ποιους δρόμους να περπατήσω «Στις
Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και
πλάγιασα μαζί τους ……. όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει..»
γράφει με παράπονο ο Γεώργιος Σεφέρης στο ποίημα του
«Στην αρχή το φως και η ώρα η πρώτη». Υπό το φως των άστρων βγαίνει
ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης να ψάξει την ψυχή του :
« Με τον λύχνο του άστρου στους ουρανούς βγήκα / Που να βρω την ψυχή
μου, το τετράφυλλο δάκρυ; Mε το λύχνο του άστρου στους ουρανούς γυρίζω....»
Ευτυχία Καπαρδέλη
4. "Ελεγεία"
Σαν αντιμάμαλο βουίζει ο άνεμος στο δρόμο που περνούσες ζωντανός τριάντα
χρόνια. Στήνω τ’ αυτί και ψάχνω μες στη λύσσα του θαρρείς σε σάλο της
αβύσσου να βρω κάποια καταγραφή βημάτων των δικών σου των ακάματων ποδιών.
Βήματα που ηχούσαν τόσα χρόνια όσο ζούσες. Δεν μπορεί! Εκείνη η θλιμμένη
του ανέμου η ριπή που βάδιζε μαζί σου κάτι θα φύλαξε κομμάτι απ’ την
αύρα σου. Αύρα του πιο μοναχικού που πέρασε ποτέ του απ’ τη Γη. Και
στάλαζες στην άσφαλτο εκείνη την υγρή σου την αψάδα που έχουνε οι άνθρωποι
που σφράγισαν τον κόσμο οραμάτων αρχηγοί. Ειρήνης τα οράματα με θύμα
τους μοναδικό πάντοτε έναν. Εκείνον που τα γέννησε. Στήνω τ’ αυτί μα
δεν ακούω τίποτα. Έπειτα με το βλέμμα μου παίρνω την κατωφέρεια κι ακολουθώ
το δρόμο για να εντοπίσω στις χαραματιές και τις λακκούβες της ασφάλτου
δικό σου αποτύπωμα. Ψάχνω καλά … και χθες ξέρεις τι βρήκα; Βρήκα αποτσίγαρο
σου αναμμένο. Το έβαλα στο στόμα μου και γεύτηκα τα χείλη σου με αγάπη
ανυπόκριτη. Το ίδιο όταν έκανα που πέθανες στα χέρια μου και φίλαγα
τα πόδια σου. Τα δυο ξεψυχισμένα μάγουλα σου και τελικά εκείνο το στερνό
φιλί πριν να σε πιεί το χώμα. Χους και σποδός ο άνθρωπος. Σποδός έστω
κι από τσιγάρο.
Φώτης Θαλασσινός
5. "Τί είδα στο νησί μου"
Τον είδα από μακριά. Έτρεχε μάλλον φοβισμένος μην τον δουν παιδί σε
τούτη την σεβάσμια κυρίου ηλικία. Περπάταγε μέσα στο «γκρίζο» ανέραστο
τοπίο του νησιού. Πανέμορφο τοπίο μα ποτέ πέρα απ’ τα μάτια μερικών
ανθρώπων άλλοι δεν είδανε το μεγαλείο του Θεού να εμφωλεύει στους πολύκλωνους
και χλοερούς κορμούς δέντρων ψηλών κι ολάνθιστων. Γι’ αυτό κι εκείνος
έτρεχε με την γλυκιά αρκούδα αγκαλιά. Για ν’ αποφύγει γκρίζα βλέμματα
κακεντρεχή ανθρώπων. Μειδιάματα ειρωνικά μέσα από αυτοκίνητα τεράστια
που έκρυβαν τους μικροσκοπικούς κατοίκους του νησιού. Είχαν συρρικνωθεί
τόσο πολύ όσο το βλέμμα τους να μοιάζει μ’ εκείνο του ανατόμου ή πιο
καλά του εγκληματολόγου ιατρού που κάνει νεκροψίες και δεν ξεφεύγει
ούτε αμυχή στο θύμα από το μάτι του. Μαύρα τα τζάμια των τροχήλατών
τους οχημάτων. Μην και τους βλέπουνε οι άλλοι που στοχεύουνε και που
ξερνάνε λέξεις δηλητήρια. Ούτε στην κατοχή δεν ήτανε ο κόσμος τόσο φυλαγμένος
σε καβούκια. Αιχμάλωτοι φανταστικών κατακτητών και δεσμωτών της τοξικής
ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος περπάταγε βιαστικός μα και χαρούμενος στο
διάβα ενός έρωτα του νέου. Και έδινε μαθήματα. Πώς είναι έτσι να περνάς
τους «έρημους» τους δρόμους. Να τους γεμίζεις με χαρά με την καρδιά
σου ανοιγμένη.
Φώτης Θαλασσινός
6. Ένα δωμάτιο με θέα
Ένα δωμάτιο με θέα στον ορίζοντα. Αυτό μου έμεινε μονάχα. Δεν είναι
λίγο. Βάλε σ’ αυτό μαζί κάποιες ανάσες μου λαγνείας άλλες απελπισίας
κάποιες για προσευχή και μερικές οι πιο καλές για όνειρα. Ανάσες του
βαρκάρη όταν έλαμνε στη λίμνη που ‘χε το νησάκι το δεντρόφυτο στο κέντρο
της υδάτινης της επιφάνειας. Όνειρα τέτοιου κάνω ταξιδιού. Ειν’ η νησίδα
που τη φτιάχνω με το νου μου αρωγό και βάζω πάνω της στοιχεία του Παράδεισου
που θρέφει νόστο ο άνθρωπος για την επιστροφή του στο λίκνο το μεγάλο
του τώρα και αναιώνια. Στοιχεία που συλλέγω από γύρω. Μαρμαρυγές των
αστεριών και διάτορες στριγκλιές πουλιών της νύχτας. Και την ήμερα πράσινο
ένα πεύκο στέκεται εκεί στο βάθος του νησιού για το μυαλό να ξεκουράσει
απ’ την διόραση στο νεφελώδες σύμπαν των ονείρων. Απ’ τον επάνω όροφο
στο σπίτι μου έρχονται μονωδίες των δεκάδων των πουλιών που έχει ο Χαρίλαος
και μοιάζουν να κελαηδούν στον όμορφο και καθαρό αέρα του νησιού μου
του φανταστικού. Στο κέντρο της ξηράς του είμαι εγώ και γράφω μαχαιρώνομαι
μαζί και αυνανίζομαι.
Φώτης Θαλασσινός
7. Χορδή
Η μουσική όταν κλείναμε τα μάτια γινόταν εικόνες.
Ταξίδια ως την άκρη του κόσμου, με Άνεμο και Βροχή, με Χιόνι και Φώς.
Η Τέχνη.
Τα ζεστά μας ρούχα το Χειμώνα που τόσο αγαπούσαμε.
Τα Μελάνια και οι Μπογιές μας που είχαν τα χρώματα που εμείς θέλαμε.
Τα Πουλιά και οι Ουρανοί τους που απλώνονταν πάνω από τα μάτια μας και
γίνονταν οι δικοί μας Θεοί.
Τα Βιβλία μας που μύριζαν τόσο όμορφα.
Τα Δέντρα που μας προστάτευαν και μας φόβιζαν ταυτόχρονα.
Η γκριζοπράσινη Σκανδιναβική Θάλασσα που μοιάζει να κρύβει τόσες προσδοκίες.
Οι Βάρκες που μας πήραν μακριά.
Δωμάτια που γίνονταν Δάση.
Οι Τοίχοι ήταν ολόκληρος ο Κόσμος.
Τα Τέρατα που μιλούσαν και περπατούσαν στη Γη.
Και τα μεγάλα και σκοτεινά Βουνά που τόσο μας φόβιζαν.
Οι Άνθρωποι που περπατούσαν το Σούρουπο πάνω τους.
Τα Μυστικά κρυμμένα κάτω από τις πέτρες.
Οι Ένοχοι Βράχοι που μας ρουφούσαν μέσα τους.
Οι Καθρέφτες που ποτέ δε μας δείχναν την αλήθεια και μεις τους κάναμε
κομμάτια.
Τα Ρολόγια που ποτέ δε μάθαμε να διαβάζουμε σωστά.
Η Μαγεία που άλλαζε τα πάντα με μια σκέψη.
Τα Αντίδοτα σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά.
Οι Εφιάλτες που ποτέ δεν σταμάτησαν.
Τα Παιχνίδια μας που ήταν μόνο δικά μας.
Οι Τοίχοι που μιλούσαν τις νύχτες.
Οι Αποφάσεις που ποτέ δεν κρατούσαμε.
Το Ασπρόμαυρο και το Κόκκινο.
Ο Χρόνος που τον βλέπαμε σαν λουλούδι.
Η Παρακμή που τον ακολουθεί.
Η Σελήνη, ως ηττημένος πλανήτης.
Οι Ακροβάτες που ταλαντεύονται στο κενό και στην ύλη.
Οι Σχοινοβάτες που γίνονται ένα με το σκοινί τους..
Η Συμμετρία και η αρμονία που σέρνει πίσω της.
Οι Στάχτες και Ο Καπνός.
Οι Δυσ-Λειτουργίες.
Οι Μάσκες.
Οι Δεκαετίες.
Τα Χέρια.
Οι Πέτρες.
Οι Φωτεινές Ελπίδες.
Τα Φωτεινά Μάτια.
Οι Στόχοι.
Η Ελευθερία.
Η Φύση.
Τα Σύνορα.
Οι Ψίθυροι.
Η Αναμονή.
Η Πλεύση.
Και ζούσαμε ξανά ολόκληρες τις ζωές μας από την αρχή.
Και κάναμε αδιάκοπους κύκλους μέσα σ’ αυτές τις μουσικές μα ολοένα και
ανακαλύπταμε κάτι καινούριο.
Κάτι λεπτό και αδύναμο σαν κλωστούλα που με την φροντίδα μας μεγάλωνε
και μεγάλωνε και δυνάμωνε.
Κι έτσι κάθε φορά συμπληρωνόταν ένα βηματάκι στον κύκλο μας.
Και μείς λέγαμε ο ένας στον άλλο..
«Οι σπασμένες χορδές μπορούν και τραγουδούν.»
Δανάη Λαζαρίδου
8. δρόμος
…. γεννήθηκα σε ένα δρόμο,
σε μία γειτονιά με χαμηλά σπίτια.
Εκεί που ο δρόμος απορροφούσε τις αυλές
των σπιτιών
και γινόταν ένα με αυτές.
Ο δρόμος αυτός άλλαξε,
έγινε άσφαλτος.
Τα σπίτια γύρω μεγάλωσαν,
οι αυλές εξαφανίστηκαν
ή απέκτησαν κάγκελα και αυλόπορτες.
Καθώς χάθηκε ο δρόμος που ήξερα
έγινα εγώ δρόμος.
Αναζήτησα τις αδιόρατες γραμμές
και πορείες που είχα χαράξει ασυναίσθητα
μέσα μου,
έξω από αυτόν το δρόμο.
Χάθηκα σε πόλεις ελληνικές,
ανακάλυψα την κρυφή γοητεία των
οικισμών,
αφέθηκα στην ευκολία των ιπποδάμειων
αστικών κέντρων.
Μετασχημάτισα
ή καλύτερα μετουσίωσα την εικόνα του
δρόμου μέσα μου.
Μα πάνω απ’ όλα μίλησα ,
επικοινώνησα με ανθρώπους
στους δρόμους που διέσχισα.
Γνώρισα τον κόσμο μέσα τους.
Έζησα στο δρόμο, όχι στο σπίτι
μου.
Σταύρος Δενδρινός
9. Το νησί (Αντίπαξοι
)
Μια χούφτα σπίτια το νησί μου, χαμένο στο βαθύ γαλάζιο στο μοναδικό
ταξίδι της ζωής μου.
Στην λευκή άμμο από ασβεστόλιθο περπατώντας ξυπόλητος ξεχνιόμουν και
το εκκλησάκι του Αγίου Αιμιλιανού όταν το κοιτούσα παραδομένο στον Ουρανό
φαινόταν.
Το παλιό μονοπάτι , ένας ατελείωτος χωματόδρομος ακόμα με οδηγεί στο
ασημένιο κρύο νερό ,αυτό που έρχεται από το μεγάλο βουνό στο παλιό μεγάλο
σπίτι στην μοναδική βρύση που σε γνώρισα.
Και όταν με αναζητούσες στις μεγάλες σπηλιές στα πράσινα νερά του νησιού
βυθισμένες η στον ίσκιο από τις μεγάλες κουκουναριές …χανόμουν.
Στο ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού μου κοιτάζω το μεγάλο δρόμο τον δρόμο
της φυγής που είναι απέραντος όσο απέχει ο Ουρανός από την γη .
Μα πώς να φύγω……………….
Εδώ είναι η ελπίδα το φως η ελευθερία και η ζωή.
Εδώ που ταξιδεύει ο άνεμος που ξεδιψά η ψυχή και η μνήμη …..εδώ πάνω
στο γαλανόλευκο Ελληνικό νησί που έχω για πατρίδα
Ευτυχία Καπαρδέλη
10. Το θέατρο σκιών
Το υπαίθριο θέατρο με τις σκιές που θα φανούν μονάχα τις νύχτες. Τα
ξύλινα τείχη με ένα γαλάζιο χρώμα σαν ουρανός και τις μορφές των πρωταγωνιστών
ζωγραφισμένες με λαδομπογιά που έτρεξε από τα μάτια και έπειτα έπεσε
σε εκείνες τις οππές που έχουν πάντα τα ξύλα όταν σαπίζουν γιατί τα
ξύλα και οι άνθρωποι κάποτε χαλάνε. Το παράπηγμα είναι βαλμένο στην
άκρια του δρόμου. Εμπρός από την είσοδο ενός συνεργείου με σκισμένες
ανακοινώσεις κιτρινισμένων χαρτιών στη μεταλλική πρόσοψη. Υπάρχει μια
διακριτική μυρωδιά από γκάζι και βενζίνα και οι γυναίκες τραβούν τα
παιδιά παράμερα να μην αγγίζουν με τα απέραντα χέρια τους τις βρωμιές
και τις κηλίδες. Οι άντρες καπνίζουν και όλο χτυπούν τα ποτήρια πάνω
στο σιδερένιο τραπέζι που είναι χαραγμένο από άψογα, γεωμετρικά σχήματα
και φουσκώματα από την υγρασία και τα πόδια του τρέμουν σαν γυναίκα
που αγαπήθηκε πρώτη φορά και ύστερα κάτι ξεψύχησε ανάμεσα στα σκέλια
της και οι φωνές των συγγενών σώπασαν γιατί χάρηκαν που εκείνο το κορίτσι
ήταν ηθικό. Τα σπίτια είναι χαμηλά. Με ξύλινες, ψηλές πόρτες και στεφάνια
που μαράθηκαν γιατί ο καιρός περνά και ο Μάης με τους περήφανους εργάτες
σώθηκε και ήρθε ένα καλοκαίρι με κάτασπρα, πυρωμένα μεσημέρια. Μες στο
εσωτερικό δεν φαίνεται τίποτα. Οι γριές με τα αυλακωμένα πρόσωπα κάθονται
στα μαρμάρινα κεφαλόσκαλα και όλο κοιτούν με αποροία πάνω από τις στέγες
και γυρεύουν εκείνη τη θέα που κλείδωσαν τα κτίρια με τα σπασμένα κεραμίδια
και τα χοντρά δάχτυλα που δείχνουν προς τον ουρανό και όλο ξερνάνε ένα
παχύ, κάτασπρο καπνό. Στη γωνιά της παρόδου οι νέοι, με τα καλοχτενισμένα
μαλλιά και τα μισάνοιχτα πουκάμισα, φωνάζουν και πειράζονται με άσεμνες
χειρονομίες και έπειτα με πάθος μιλούν για τις κουρασμένες μοτοσικλέτες
που ανεβαίνουν με θόρυβο τις νύχτες την ασφάλτινη λεωφόρο και το κατάμαυρο
δέρμα της γυαλίζει κάτω από κίτρινα, απίθανα φώτα. Υπάρχουν πήλινα παρτέρια
με αρχαϊκά σύμβολα στις επιφάνειες και οι μαργαρίτες με τους σπασμένους
λαιμούς που γέρνουν και αγγίζουν τη γη, γιατί το χώμα είναι η πιο βαθιά
μας πατρίδα. Οι γυναίκες κοιτάζουν με ζήλια τα καπλάνια που προβάρουν
τα ευρωπαϊκά ενδύματα και κάθε τόσο τρέχουν μες στα σκοτεινά σπίτια
και φροντίζουν το πρόχειρο χτένισμα και το χρώμα γύρω από τα μάτια.
Το φως που απομένει μυρίζει πορτοκάλι και βασιλικό. Σε λίγο θα πνιγεί
μαζί με τον ήλιο και η νύχτα με το συνηθισμένο της θρίαμβο θα σεργιανίσει
το μικρό δρόμο. Οι στρατιώτες με τις λαδιές στολές και τα δίκοχα περνούν
με το θορυβώδες βάδισμά τους και με τις άκρες των ματιών κοιτούν τα
κορίτσια και εκείνα σκορπούν σαν τα πουλιά όταν ακουστεί ένα πυροβολισμός
και τα μάτια σαλέψουν από μια αναπάντεχη έκπληξη. Σε λίγο θα φανεί ο
θεατρώνης. Θα ανάψει τη λάμπα και θα απλώσει το μουσαμά. Τα παιδιά θα
μαζευτούν γύρω από το υπαίθριο θέατρο. Τώρα παντού βρέχει πεταλούδες.
Στους ώμους, τα σαπισμένα ξύλα, τα νικημένα χέρια με το πολύτιμο μέταλλο
των υμεναίων βαθιά στις πτυχώσεις των δαχτύλων. Κάποιος περνά. Έπειτα
χάνεται στο βάθος του απελπισμένου δρόμου. Ο κόσμος είναι τώρα μια αυλή
που σώπασε. Η φωνή του αντηχεί στις πεθαμένες γειτονιές με τις ελπίδες
που είναι καρφωμένες σε ψάθινες καρέκλες και μάρμαρα αρχαιοπρεπή. Ένα
παιδί θα ρωτήσει θλιμμένο για την ξαφνική αναβολή της παράστασης. Μια
γυναίκα θα σκύψει δίπλα του. Εκείνο θα καταλάβει. Γιατί ξέρει και θυμάται
πως τότε που φάνηκε ο πόλεμος και ο πατέρας έφυγε με δυο σφιγμένα χέρια
βαθιά μες στις τσέπες η γυναίκα χαμήλωσε δίπλα του και γύρω από τα μάτια
της κυλούσε υγρασία και ένα χρώμα κρεμιζί.
Απόστολος Θηβαίος
11. Το δέντρο
Είναι ένα σπίτι με μια χαμηλή μάντρα από πέτρες που μεγαλώσανε και ριζώσανε
βαθιά μες στο παλιό χώμα. Το χαμηλό σπίτι, τα χαμηλοτάβανα σχέδια, η
αυλή με τα γεράνια που έγειραν και πέθαναν, η μεταλλική πόρτα με τη
σκουριά που στάζει και το τσιμέντο πήρε να αποκτά μια όψη χαλκωμένη.
Ο δρόμος στενός. Υπάρχουν σπίτια που είναι στριμωγμένα και άνθρωποι
που είναι καλά βαλμένοι ο ένας μες στον άλλο. Και έπειτα μαθαίνουν να
ζούν και τα απογεύματα κοιτούν τον ορίζοντα με το κίτρινο, βιομηχανικό
του χρώμα και ύστερα σωριάζονται στις καρέκλες και ονειρεύονται τότε
που ήταν παιδιά και υπήρχαν ελπίδες και εξαίσιες εποχές. Κάποιος περνά
με ένα ποδήλατο πράσινο σαν λησμονιά. Θα χαθεί μες στην πόλη που κάποτε
ήταν μια αυλή από φωνές και από ελπίδες. Ο γέρος με τα κομματιασμένα
πόδια, ένας μετανάστης που ακονίζει τη λύπη του πάνω στην αιχμηρή επιφάνεις
των καιρών, ένα κορίτσι που τραγουδά πίσω από το παράθυρο με τα λυπημένα
μάτια. Οι τοίχοι των σπιτιών έχουν κρυμμένα σνυθήματα κάτω από τον ασβέστη
που τα λευκαίνει και έπειτα εκείνα θαμπώνουν μες στα απογεύματα και
μοιάζουν με όστρακα που άφησε το καλοκαίρι πάνω σε μια υπέροχα, κάτασπρη
αμμουδιά, δίχως τα χνάρια των ανθρώπων γιατί εκείνα τώρα σβήστηκαν από
ξαφνικούς ανέμους. Είναι ένα δέντρο, στη μέση της παρόδου, με γυμνά
κλαδιά που δείχνουν χιλιάδες δρόμους και έχει έναν κουρασμένο κορμό
με μυριάδες χαρακιές από χέρια που θυμήθηκαν τα ονόματα των περασμένων
εραστών. Κάθε βράδυ, όταν οι άνθρωποι λυγίζουν και ζουν κρυμμένοι πίσω
από τις κλειστές πόρτες, εκείνο μιλά με πράσινες λέξεις που ακούγονται
σαν προσευχή και το κορίτσι παύει να τραγουδά και στέκει σιωπηλό μες
στην κάμαρη. Και είναι ετούτη η σιωπή ίδια με εκείνη που κάθισε πάνω
στο δρόμο, πάνω στα πρόσωπα και τις σημασίες.
Είναι καλοκαίρι και οι ένοικοι θυμίζουν καρφωμένες σκιές πάνω σε εξώστες
και στενά μπαλκόνια. Έπειτα θα ακουστεί ο πένθιμος ήχος της χριστιανικής
καμπάνας. Στο τέλος του δρόμου οι άντρες κουβαλούν μια σωρό. Είναι ντυμένη
με ένα ξύλινο παλτό. Έχει το χρώμα του σταχυού. Ξωπίσω οι γυναίκες που
κλαίνε. Φορούν μαύρα φορέματα και με μια φωνή, ήσυχη σαν μητέρας συνοδεύουν
το νεκρό. Η πομπή διανύει το μικρό δρόμο και ύστερα χάνεται προς την
κατεύθυνση του δημοτικού κοιμητηρίου. Πέρα τα παιδιά ανάβουν μικρές
πυρκαγιές. Το σκοτάδι μοιάζει καρφωμένο στη γη. Τα πρόσωπα των λαθραίων
ανθρώπων κάποτε σπάνε και από το μικρό, λαϊκό δρόμο απομένει μονάχα
η αυστηρή γεωμετρία των σπιτιών. Σε λίγο θα ξημερώσει μια καινούρια
αγωνία. Στα σκοτεινά σπίτια οι αρρώστιες σμίγουν, ψυθιρίζοντας ακατάληπτους,
ερωτικούς χρησμούς. Οι φωνές μοιάζουν βραχνές, σαν γερασμένες. Πρόκειται
για εκκωφαντικές, ικκέτιδες φωνές νικημένων ανθρώπων. Τα πάθη συνιστούν
πάντα τις πιο τραχιές μας ήττες.
Απόστολος Θηβαίος
12. Οι Διωγμένοι
Θυμάμαι που στάθηκες στην άκρη ενός δρόμου και γύρω οι άνθρωποι περνούσαν
με την ορμή ενός βρώμικου νερού.
Το πρόσωπό σου που αποκτούσε την ερυθρή όψη των γυμνών λαμπτήρων θυμάμαι
και τις γυναίκες που άφηναν τα σκέλη τους ακάλυπτα μες στις κάμαρες
με τους γυμνούς τοίχους και τα εικονίσματα των αυστηρών αγίων.
Έπειτα ο δρόμος γέμισε από λάβαρα και σημαίες, καρφωμένες σε παράθυρα
και χέρια δυνατά.
Δίπλα σου σωριάζονταν τα σώματα των νικημένων και ήταν γεμάτα από πίστη
και από πλήθος.
Και θυμάμαι, που άφησες μια άδεια κραυγή, σαν από απελπισία
και είπες πως όλοι καταγόμαστε από την ίδια διωγμένη ράτσα
και τα ρωμαϊκά μαλλιά σου έμοιαζαν με εκείνα των ματωμένων προτομών.
Έπειτα ο κόσμος χάθηκε και ο δρόμος τώρα κατοικείται από κρυμένους ανθρώπους
και γυναίκες με ερυθρά πρόσωπα που λάμπουν σαν τον κεραμεικό
μες στο φωσφορικό φως της νύχτας.
Αυτός ο δρόμος κατοικείται τώρα από εξόριστα δέντρα που αρθρώνουν φωνές
αρρώστων.
Στα σπίτια που θυμάσαι τώρα ουρλιάζουν σκυλιά και ψεύδη και τα σκοτωμένα
παιδιά δεν έχουν καμιά πατρίδα για να ταφούν.
Απόστολος Θηβαίος
13. Ποδήλατο
"Με ένα ποδήλατο/ κλεμμένο, από την ώρα μου/ που την πνίγει η
κίνηση/ και η ανασφάλεια/ ξεκίνησα/ ένα δρομολόγιο/ σε ένα κόσμο, διαφορετικό/
κάτω από νέφη, πλουτισμού.../ σε μια πόλη/ με γαλάζιο ουρανό/ που μένει/
ψηλά, πολύ ψηλά/ και δε φαίνεται/ στην ανάπτυξη μας.../ γυρίζω/ και
γελώ/ κάθε τι εδώ είναι τρελό/ χωρίς μηχανή και εκτίμηση/ του χαρακτήρα
μας/ από κάποια πλατεία/ που μόνο, τα κυβικά/ σε στέλνουν μπροστά.../
και ας μην έχουν δουλειά, στην ησυχία μας/ και την υγεία μας/ ευχαριστώ/
δεν θα πάρω, εδώ.../ γυρίζω/ με ένα καπελάκι/ με ένα μπουκαλάκι/ και
ένα πλατύ χαμόγελο/ σε μια μουδιασμένη πόλη/ που μαυρίζει στην κίνηση/
και τους αρχαίους της ναούς/ με τα πράσινα δέντρα/ που σκονισμένα και
μισόξερα/ ελπίζουν σε μια βροχή/ καλοκαιρινή/ που θα ξεπλύνει/ την τόση
σιγουριά/ του πολιτισμού μας.../ μα τι σκέφτομαι/ πάντα, με ένα ποδήλατο/
κλεμμένο, από την ώρα μου..."
Γιάννης Βέλλης
14. Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΛΚΥΟΝΗΣ- ξεχασμένοι
δρόμοι.
Δρόμοι στενοί ,δρόμοι άδηλοι μέσα στην τέφρα του τσιμέντου, μιλούν αλλεπάλληλα…
Ήχοι εγκλωβισμένοι στην ηχώ του παρελθόντος ξεπετιούνται σε μια λυρική
επουσία
χωλαίνοντας .
Χύδην αποτυπώματα περαστικών και ταλαιπωρημένων αιωρούμενα μέσα στην
γεωμετρική τους αταξία .
Δρόμοι διαβλητοί και για αυτό αισθητικά αδιάβατοι ζητιανεύοντας την
ύπαρξη μιας βιτρίνας και ένα ηρωικό όνομα για να υπάρξουν.
Εξαπτέρυγα τους τα μπαλκόνια των ημιώροφων των εξήντα εκατοστών. Άνθρωποι
στοιβαγμένοι αναζητούν την επαφή με το φυσικό.
Μπροστά ο σκουπιδοτενεκές του Δήμου. Μια γάτα βόσκει σκαρφαλωμένη.
Αφόρητη η δυσοσμία λόγω καλοκαιριού.
Ρυάκια τα βρομόνερα που πέφτουν από τις υδρορροές ψάχνοντας για έναν
υπόνομο.
Ένας παρατημένος παππούς στην τελευταία μονοκατοικία του δρόμου καθισμένος
σε μια ψάθινη καρέκλα στο πεζοδρόμιο χαζεύει τους περαστικούς. ’Άχραντος
…να ηδονίζεται σιωπηλά ψάχνοντας την Αλκυόνη…
Ρεβέκκα Σιδηροπούλου
15. Πίναξ διερχομένων
γυναικών τού απογεύματος
(Απόσπασμα)
Αυτοί που δεν εγνώριζαν τον άντρα και την ιστορία του απέδιδαν σ' αυτόν
άλλου είδους προθέσεις. Κι αυτό γιατί στεκότανε τις ώρες τού απογεύματος
στην είσοδο τής πολυκατοικίας και παρακολουθούσε διαρκώς τις γυναίκες
που διήρχοντο τον κεντρικό δρόμο.
…
Eκεί.
Ν' αναζητεί μέσα στις φιγούρες του δρόμου -που σε σκιές τις μεταμόρφωνε
ο ήλιος του απογεύματος- τη δική του σκιά, τη γυναικεία σκιά του παρελθόντος
του.
...Σηκώσανε τη γυναίκα του απ' το σπίτι μια μέρα πριν η κεντρική λεωφόρος
μετατραπεί σε μονόδρομο. Η τελευταία εκφορά σώματος θνητού που κατήλθε
την οδό Μητροπόλεως.
Ακολούθησε βουβός το σκήνωμά της κι έκλεισε μια ολόκληρη ζωή γι' αυτόν
και μια ολόκληρη διαδρομή για τη Μητροπόλεως που τους έδεσε τόσα χρόνια.
Θαρρείς και η μετατροπή της λεωφόρου σε μονόδρομο έγινε για να σφραγίσει
το χωρισμό τους, λες κι ο θάνατός της έδωσε το σύνθημα ν' αλλάξουνε
οι διαδρομές του δρόμου και της πόλης...
Στέκεται στην είσοδο και περιμένει.
- Μπορεί η γυναίκα μου να μπερδευτεί, σκέφτεται, έτσι που άλλαξαν οι
δρόμοι μες στην πόλη, να μπερδευτεί και να με προσπεράσει.
Εκοίταζε τις γυναίκες εξονυχιστικά.
Πόθος έμοιαζε σ' αυτούς που δεν εγνώριζαν.
Πώς να εγνώριζαν ότι αναζητούσε στα κορμιά των άλλων γυναικών εκείνην;
Γιατί, πώς επιστρέφει μια ψυχή;
Μέσω άλλων συγγενών σωμάτων; Τη βοηθεία γνωστών της διαδρομών; Συνοδεία
πανομοιοτύπων ειδώλων; Εν τέλει σκιών;
Τοιούτου είδους σκέψεων εμηχανεύετο κι έφτανεν εις το συμπέρασμα -που
του έδινεν τη δύναμη να περιμένει πάλιν και πάλιν επί της εισόδου- ότι
η αποδημήσασα ψυχή θα επανήρχετο πλέον ή ποτέ κατά τρόπον ομοούσιον
τής αναχωρήσεώς της, ήτοι εν είδει περιφοράς τινος και μάλιστα της ευλαβεστάτης
και πολυπληθεστάτης, όπου εσμός γυναικών ακολουθεί σκήνωμα σκιά σώματος
αθανάτου -και μάλιστα εις την κλασικήν διαδρομήν, καθότι παύεται η μονοδρόμησις
της Μητροπόλεως κατά Ώραν Μεγάλης Παρασκευής- υπό το θάμπος των κηρών
που εις ονειρώδεις ίσκιους μεταμορφώνει, ήγουν του Επιταφίου.
Στάθηκε μπροστά στην είσοδο με το κερί αναμμένο. Ο Επιτάφιος σε λίγο
κατέβαινε. Από μακριά έφταναν ψαλμωδίες και μοιρολόγια. Ένα ζεστό κύμα
απλώθηκε στον αέρα και τις αισθήσεις του, σημάδι πως η πομπή είχε πάρει
τη μεγάλη στροφή και ξεκινούσε την Kάθοδον τής Μητροπόλεως.
Σκέφτηκε όλες εκείνες τις γυναίκες που έβλεπε να περνούν απογευματινές
από μπροστά του. Τώρα πλησίαζαν στριμωγμένες μες στο πλήθος.
Επέλεξε θέση επί της εισόδου τέτοια, ώστε να ελέγχει και να μην ελέγχεται.
Καμία να μην τον έβλεπε και όλες να τις βλέπει.
Αθέατος να βρει μέσα στο πλήθος την αθέατη γυναίκα.
Εσκέπτετο ακόμη, με ταχύτητα ζωής, πως η γυναίκα του θα επιστρέψει εν
μέσω του Επιταφίου -στην πιο καλή ώρα επαφής ζώντων και τεθνεώτων- τη
βοηθεία τής διπλής κατευθύνσεως της λεωφόρου, επιστροφή επαφής εν μέσω
επιταφής.
Και πάλι να σκέφτεται, με θάνατο ταχύτητας, πως αν όλες τις άλλες μόνον
δει κι όχι αυτήν που περιμένει...
Ν' αναζητεί στο λιωμένο κερί του Επιταφίου το χρόνο που κάηκε μέσα
στη ζωή τους, μέσα στον κύκλο του να διακρίνει τον ίσκιο της γυναίκας
του, σκιά του παρελθόντος του.
Και περιμένει.
Μέσα σ' ένα κλειστό όνειρο.
Και δεν έχει περιθώρια να κινηθεί.
Επιτάφιοι βηματισμοί μονάχα, όμοιοι μ' εκείνους του απογεύματος.
(Από τη συλλογή διηγημάτων τού Γιάννη Καισαρίδη
«Χρονικό μιας πρεμιέρας», εκδόσεις Εξάντας, 1997)
16. Η τελευταία διαδρομή
(Απόσπασμα)
Έφτασε στα υψώματα των Ασωμάτων.
Η ομίχλη φαινόταν από ψηλά να σκεπάζει το ποτάμι.
Εκεί του έσβησε η μηχανή και πριν γυρίσει τη μίζα είδε μέσα στο ξέφωτο
τους παλιούς, νεκρούς συναδέλφους του. Κύκλωσαν το αστικό κι άρχισαν
να σπρώχνουν. Το αμάξι πήρε μπρος, ο Πρόδρομος άνοιξε την πόρτα και
μπήκαν μέσα. Αμίλητοι, σκόρπισαν στα καθίσματα. Τα ρούχα της δουλειάς
τους μύριζαν λιβάνι. Τα περιστέρια τριγύρω τους.
Ο Πρόδρομος μαρσάρισε και κατηφόρισε προς το ποτάμι. Απ' τον καθρέφτη
του έβλεπε στο βάθος τούς παλιόφιλους να μοιράζονται απρόσμενα τη διαδρομή
μαζί του. Βόλτα επιστροφής. Να δούνε το τοπίο και να μαζέψουνε τους
αργοπορημένους...
Μέσα στα πρώτα χτένια της ομίχλης η μηχανή έσβησε και πάλι.
Τα μάτια καρφώθηκαν στα τζάμια και περίμεναν. Τα περιστέρια τσιμπούσαν
τις υγρές διαφάνειες που τα ένωναν με την ψύχρα τής έξωθεν ζωής.
Ίδιος αγρίμι έσκισε τα φυλλώματα των τελευταίων χαμηλών σφενταμιών που
τον χώριζαν από το δρόμο, άδραξε δυο κλαδιά τους γι’ ανθοδέσμη γάμου
και ξεπρόβαλε ο πατέρας του, ο Γιορδάνης, αντάρτης. Άνοιξε η πόρτα μόνη
της και κάθισε στη θέση τού συνοδηγού. Στρώμα παλικαρίσιας υγρασίας
και σφενταμιού απλώθηκε σ' όλα τα καθίσματα και τυλίχτηκε με το λιβάνι.
Τα περιστέρια φούσκωσαν τα φτερά τους και γουργούρισαν, ου-ρου-κου,
ου-ρου-κου.
Το χέρι τού Πρόδρομου άλλαζε τις ταχύτητες σε απόσταση τρίχας από το
ελασίτικο αμπέχωνο. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Διόρθωσε μόνο τον καθρέφτη
του ελαφρά κι έβαλε μες στο σκηνικό και τον καινούργιο επιβάτη που κοίταζε
μπροστά σαν κάτι να περίμενε σε μια καινούργια στάση.
Εκεί που παίρνει το ποτάμι τη μεγάλη στροφή σήκωσε το χέρι ο συνοδηγός.
- Στάση!
Περίμεναν. Δε φαινόταν κανείς. Άναψε την πρώτη σκάλα κι έδωσε σάρκα
στην ομίχλη. Δε φαινόταν ψυχή.
Τότε ο πατέρας του σηκώθηκε με τα κλαδιά στα χέρια και κοίταξε στο βάθος
του διαδρόμου.
Όλοι έστρεψαν το κεφάλι τους προς τα πίσω και μόνον ο Πρόδρομος από
βαθειά ριζωμένη επαγγελματική συνήθεια κοίταξε το δεξιό του καθρέφτη.
Ένας ίσκιος φάνηκε να δυναμώνει, νίκησε την ομίχλη και στάθηκε μπροστά
στην πίσω πόρτα: η μάνα του! Τα λυγισμένα πόδια της άπλωσαν πάνω στα
τρία σκαλιά τα τελευταία βήματα που την οδηγούσαν από το χθες στο σήμερα
και από κει στο αύριο. Κανείς δεν κουνήθηκε. Αυτή κάθισε στο κέντρο
της γαλαρίας.
Η ομίχλη έκλεισε την πόρτα. Κύλησε το αστικό. Τότε ο πατέρας του προχώρησε
αργά στο βάθος. Με οδηγό τα σφεντάμια διέσχισε το στενό διάδρομο του
αστικού που οι δυο άκρες του τον ένωναν με τη ζωή, ή καλύτερα με τις
ψυχές της ζωής του, μετά από σαραντάχρονη σχεδόν απουσία.
Γάμος μετά πνευμάτων τετελειωμένων.
Το σόι του γαμπρού πάει να πάρει τη νύφη.
Και ο πατέρας του Πρόδρομου, ο Γιορδάνης, γαμπρός με την ηλιόφιλη ανθοδέσμη
στο χέρι.
Και ο Γιορδάνης εισπράκτορας φόρτωσε στην τελευταία του στάση και ξεκινάει
από το βάθος για να κόψει όλα μαζί τα εισιτήρια.
Και ο γιος του, ο Πρόδρομος, στο τιμόνι με το γάλα των περιστεριών
στο στόμα.
Και ο Πρόδρομος στο τιμόνι με το σπιτικό ένστικτο των περιστεριών στα
μάτια.
Να προσπερνάει το σύνορο τής ζωής, καθώς άνεμος αντάρτης, εξώστης ψυχής,
τους σήκωνε όλους ψηλά τη στιγμή που κλείνανε όλα τα φράγματα στο κέντρο
της καρδιάς του.
(Από τη συλλογή διηγημάτων τού Γιάννη Καισαρίδη
«Χρονικό μιας πρεμιέρας», εκδόσεις Εξάντας, 1997)
17. Δρόμος με κεραμίδια
(Απόσπασμα)
Ένα στενό δρομάκι, βυζαντινό, πάροδος. Πάροδος Ιεραρχών. Η ερημία
και η εγκατάλειψις, η αθλιότητα των παρακείμενων σπιτιών, τα πεσμένα
ντουβάρια και ο σκουπιδότοπος, οι βαριές κλειδαριές και τα σκουριασμένα
καρφιά στις πόρτες, οι πέτρινοι τοίχοι αθέατων βυζαντινών εκκλησιών.
Πρωί ακόμη, ξημερώματα, μπήκε στο στενό η Κατίνα η Μαντζίκαινα, με μια
σκούπα κι ένα φτυάρι στο 'να της χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσε σκαλίστρα
του κήπου. Είχε αναλάβει μόνη της εδώ και καιρό την καθαριότητα τών
μικρών βυζαντινών εκκλησιών τής παλιάς αυτής συνοικίας. Αμισθί και χωρίς
την προτροπή κανενός φρόντιζε την Παναγία Φανερωμένη, την Παναγία Βαλτεσινή,
την Παναγία Γοργοεπήκοο αλλά και τη Μητρόπολη και τον Άγιο Βλάσιο και
τους Άγιους Ανάργυρους και τον Άγιο Ανδρέα και την Υπαπαντή και τον
Άγιο Δημήτρη και τον Άγιο Σάββα της Κυριώτισσας, ακόμη και την Παναγία
την Παλαιοφορίτισσα και την Παναγία τη Μακαριώτισσα. Ζούσε μόνη στον
κόσμο και είχε αφιερωθεί στις εκκλησίες. Δε μιλούσε πολύ, κι όταν μιλούσε,
δεν την καταλάβαινες. Ντυνόταν με μαύρα σκονισμένα ρούχα κι όταν έσκυβε
το κεφάλι για δουλειά, ξεχνούσε να το σηκώσει. Το κορμί της ήταν αδύνατο,
στεγνό. Σαν περπατούσε στο δρόμο, έγερνε από 'δω κι από 'κει. Νόμιζες
πως δεν πατούσε γερά στη γης.
Βυθισμένη στις αθώες της σκέψεις που συνήθως εκδήλωνε με υπερβολή κι
εκνευρισμό, έγερνε, σκόρπιζε μες στο δρομάκι τα βήματά της χωρίς ρυθμό,
παράπαιε στο στενό αυτό λούκι, γλιστρούσε πάνω στα φαρδιά της παπούτσια
κι ούτε που ένιωσε τη διαφορά. Μόνο σαν έφτασε απέναντι, στην άκρη τού
στενού, γύρισε και κοίταξε και δε σταμάτησε, μονάχα σκέφτηκε "μα,
ποιος τα σκόρπισε αυτά τα παλιοκεραμίδια μες στο δρόμο;" και συνέχισε,
έστριψε για τη Γοργή.
Την ώρα που η Μαντζίκαινα διέσχιζε το στενό, η Ευδοξούλα η Καμπουρονίκου,
βρισκόταν ήδη στο παράθυρο του αρχοντικού της σπιτιού. Είχε γύρει στο
ξύλινο περβάζι και κοιτούσε προς τον κεντρικό δρόμο. Υπέργηρη, αλλά
η μορφή της σε ξεγελούσε. Έμοιαζε νεότατη. Η αρχοντιά κι η καλοπέραση
-μαζί και η αναπηρία του δεξιού της ποδιού- την κράτησαν για πάντα κλεισμένη
σ' αυτό το καστρόσπιτο, μακριά απ' τον κόσμο, έγινε παράξενη και έζησε
ανέραστη, μόνη συντροφιά η βοηθός της. Νωρίς τα ξημερώματα έπαιρνε το
μπαστούνι της και βημάτιζε μέσα στην κάμαρή της, γύρω απ' το σιδερένιο
της κρεβάτι, μπροστά στον καθρέφτη, δίπλα στα μισάντρα, σκιά στους τοίχους.
Κατέληγε πάντα στο παράθυρο το γωνιακό, αυτό που έβλεπε απέναντι στον
κεντρικό δρόμο της πόλης το Ταχυδρομείο και την Αστυνομία. Τα βήματα
τής Μαντζίκαινας την ανάγκασαν να σκύψει περισσότερο προς το παράθυρο.
Δεν είδε τη γυναίκα, όμως το μάτι της διέκρινε το πλήθος των κεραμιδιών
της που μέσα στη νύχτα κάποιοι είχαν σκορπίσει στο στενό. Εκείνη τη
στιγμή τόσο ταράχτηκε, που δε δίστασε και γύρισε το χερούλι του παραθύρου
της που δεν το άνοιγε ποτέ.
Ποιος τα έσπασε και τα σκόρπισε μέσα στο δρόμο; Ποιος μπέρδεψε τις πράξεις
της, έτσι αραδιασμένες που τις είχαν οι εργάτες τής αναπαλαίωσης; Ποιος
έσπασε την κόκκινη κλωστή αυτής της σκόνης που έκρυβε απ' τους άλλους
τη ζωή της;
(Από τη συλλογή διηγημάτων τού Γιάννη Καισαρίδη
«Χρονικό μιας πρεμιέρας», εκδόσεις Εξάντας, 1997)
18. Καλοκαιρινή μπόρα
Κρρρρρ... έκανε κι έσβησε. Δεν ξαναπήρε μπρος με τίποτα. Κρρρρ, κρρρρ,
τίποτα. Ξεκόλλησα απ’ το κάθισμα και βγήκα έξω, η άσφαλτος ήταν μαλακή
σαν πλαστελίνη και ζεμάταγε. Στο βάθος του δρόμου οι υδρατμοί θόλωναν
τον ορίζοντα κάνοντάς την εικόνα να μοιάζει με κάδρο που βράχηκε. Κι
απ΄ τις δύο πλευρές της ασφάλτου, η γη. Παρθένα, καμπυλωτή, χρυσαφένια,
με τα πιο ψηλά στάχυα να λικνίζονται στο πεντάγραμμο του αέρα. Μύριζε
θέρμη και το τοπίο ήταν βαμμένο σε τόνους του κίτρινου και του πορτοκαλί,
με κάποιες πινελιές παπαρούνας δω κι εκεί. Οι καμπυλωτές κοιλάδες μετέφεραν
ένα ανεπαίσθητο αεράκι που τις χάιδευε απαλά, σαν ένα πελώριο χέρι που
αγγίζει ένα χαλί και κάθε τόσο αλλάζει φορά στο πέλος του. Μύριζε θυμάρι
και ρίγανη, μια οσμή καλοκαιριού, έντονη και συνάμα γλυκιά και φρουτένια.
Στις παρυφές της ασφάλτου τα στάχυα ταλαντεύονταν παραγεμισμένα, λες
και το βαρύ τους κεφάλι τους παρέσυρε όπου γούσταρε, όμοια με Αρλεκίνο
στο κουτί. Μύρισα. Έκλεισα τα μάτια κι έβγαλα τον αέρα απ’ το στόμα.
Τα χείλη μου από λάστιχο κι η γλώσσα σκέτη βούρτσα. Τίποτα δεν φαινόταν
να υπάρχει τριγύρω, τουλάχιστον ως εκεί όπου έφτανε το μάτι. Λίγο νερό
κι ένα τηλέφωνο, μονάχα για αυτά όλο το χρυσάφι μου... Άρχισα ν’ ανηφορίζω
την άσφαλτο που έμοιαζε με γκρίζα σκάλα σε πίνακα του Νταλί. Τα μάτια
μου στενά, σαν χαραμάδες ανάμεσα σε δυο σανίδες και το φως να σπρώχνει
τα βλέφαρα για να περάσει. Τα τζιτζίκια μετρούσαν φωναχτά τα δευτερόλεπτα-κάπου
κάπου έχαναν κι έπειτα άρχιζαν πάλι με την ίδια μονότονη βραχνάδα. Μια
στρατιά από μέρμηγκες περπατούσε πλάι μου, έχοντας τα μπαγκάλια τους
στους ώμους, καστανοκόκκινη στολή και βήμα ταχύ. Το χώμα έκανε ρωγμές
από την αναβροχιά, έμοιαζε με γερασμένο πετσί σε οστέϊνο πρόσωπο. Η
ζέστη με τύλιγε αόρατη κι μου έγλυφε τ’ αυτιά με ’κείνο τον υπόκωφο
ήχο της που σε κάνει να νιώθεις πως σ’ εξατμίζει αργά αργά. Άφησα το
μυαλό μου να σεργιανίσει ως τη θάλασσα και νοερά έκανα να βρέξω το κεφάλι
μου στα παγωμένα νερά του σμαραγδένιου όρμου. Κι έπειτα μια βουτιά,
το νερό να τσιμπάει τα καιγόμενα μέλη μου, με την καρδιά να χτυπά δυνατά
σηκώνοντας παράστημα στο κρύο... Ο δρόμος ήτανε μακρύς ακόμα. Το σάλιο
μου στέρευε και το στόμα μου είχε γίνει τώρα ξύλινο, με πολλές μικρές
ακίδες να μου τρυπάνε τη γλώσσα. Ξάφνου το φως άλλαξε. Η έκρηξη του
κίτρινου γινόταν σταδιακά ανοιχτό καφετί κι η άσφαλτος έδειχνε τώρα
πιο σκούρη. Κοίταξα ψηλά, ένα αγκυλωτό σύννεφο έστεφε το τοπίο και ξερόβηχε
αλαζονικά τη γριζάδα του. Κι έτσι απότομα, ένα ξέσπασμα κι ένας μεταλλικός
κρότος και να, ετούτες οι κωνικές στάλες με σημάδευαν στο μέτωπο και
μού ’ριχναν με ορμή. Άνοιξα τις παλάμες κι έστρεψα το πρόσωπο στους
ουρανούς. Ζεστές και πληθωρικές οι στάλες με χτύπαγαν με φόρα κι έπειτα
έρεαν ήρεμα στο πλάι σαν δάκρυα χαράς. Άνοιξα το στόμα, ήπια. Η γη αφουγκραζόταν
με ένα "τσσσσς" κι άνοιγε να δεχτεί το νερό σαν ταξιδιώτη
ναυτικό που έλειπε μακριά για χρόνια. Tα στάχυα έγερναν ακόμη περισσότερο
το λαιμό τους κι ο δρόμος πιτσιλιά προς πιτσιλιά μαύρισε ολόκληρος.
Έφτασα σε μια κορυφή κι είδα, να εκεί στο βάθος ένα λευκό τετράγωνο
σπιτάκι με μια πράσινη τέντα, έμοιαζε με γλυκάκι από λευκό γλάσσο και
κερασάκι. Θα'ταν καμιά τετρακοσαριά μέτρα ακόμα. Μια βροντή ακόμα φτερνίστηκε.
Σκούπισα το μούτρο μου και τράβηξα για 'κείνο το μικρό ζαχαρένιο σπίτι.
Ξένια Παπαδημητρίου
19. Στα πέταλα του Ηφαίστου
Ο πιτσιρίκος καθόταν στο μαρμάρινο σκαλάκι της εξώπορτας του μαγαζιού
κι έπαιζε με ένα πολύχρωμο ξύλινο κύβο-σπαζοκεφαλιά. Έμοιαζε προβληματισμένος,
σκεφτικός, ωστόσο δεν έκανε καμία διαφορά, καθότι έτσι ήταν πάντα. Άγγιζε
απαλά το παιχνίδι με τα δάχτυλα βαστώντας το στις αφύσικα πλατιές χούφτες
του και προσπαθούσε να του δώσει ανάσα, ματώνοντας συνάμα το μυαλό του.
Στο πλακόστρωτο δρομάκι δεν υπήρχε ψυχή μιας κι όλοι τρώγανε το μεσημεριανό
τους. Μονάχα εκείνα τα χορτάρια -σαν χνούδια νεοσσών ήταν- που φύτρωναν
με το στανιό ανάμεσα στις πλάκες, απέμεναν να καβουρδίζονται κάτω από
τον καυτό ήλιο πληρώνοντας έτσι για την αυθάδειά τους. Ήταν ακόμη κι
πραμάτεια του μαγαζιού που στεκόταν εκεί στωϊκή, λογής σιδερένια εργαλεία
πυρωμένα από τη ζέστη, σκάλες διαφορετικού μεγέθους, πράσινα λάστιχα
ποτίσματος κουλουριασμένα σαν οχιές κάτω από τον ήλιο, κι ότι άλλο τέλος
πάντων δεν χώραγε στα ράφια αυτού του στενού, χαμηλοτάβανου χρωματοπωλείου/σιδηρουργείου.
Ο ιδιοκτήτης ήταν ένας ψηλός μεσήλικας με ψαρά μαλλιά και παλιά άρβυλα.
Πρόσωπο και σώμα ήταν μια σύνθεση από χοντρά κόκαλα, θυμίζοντας γωνιασμένο
μάρμαρο που τσίτωνε κάτω από το δέρμα. Το παντελόνι από γκρίζα φανέλα
του θα ήταν τουλάχιστον δύο νούμερα πιο φαρδύ και το στήριζε στη μέση
με μια φαρδιά, δερμάτινη ζώνη που έσφιγγε γερά πάνω από τους γοφούς,
δίνοντας έναν σκληροτράχηλο τόνο στη φιγούρα του άνδρα.
Ο μικρός έριξε μια ακόμα κλεφτή ματιά στο τέλος του δρόμου. Θα μπορούσες
να την πεις και αρχή του ίδιου δρόμου ανάλογα από ποια μεριά τον βάφτιζες
έτσι. Εκείνος κοίταζε επίμονα το τέλος του δρόμου. Μετά από αυτό το
λιθόστρωτο σοκάκι ανοιγόταν η πλατεία κι από κει περνούσαν τα αυτοκίνητα,
καθένα με τη σειρά του. Δεν ήτανε πολλά, κάπου κάπου άκουγες το θόρυβο
μιας μηχανής. Ο μικρός στιγμιαία πετιόταν έξω να δει, περιμένοντας να
εντοπίσει ένα μαύρο μακρύ αυτοκίνητο που απ’ όσο μπορούσε να θυμηθεί
η μηχανή του έκανε ένα χαρακτηριστικό λεονταρίσιο γρύλισμα. Μέσα στη
μεσημεριανή ησυχία πάντως άκουγες μονάχα τα τζιτζίκια που ζεσταίνονταν
και τίποτε άλλο. Παρακεί ξάπλαρε η γάτα, άσπρη και γκρίζα, αδύνατη με
τα στήθη της πρησμένα. Ο μικρός άκουσε κάτι σαν φωνούλα κι έκανε να
δει καλύτερα, πράγματι μέσα στη χαραμάδα της μικρής αποθήκης έξι ματάκια
λαμπύριζαν φοβισμένα. Η μάνα ξαπλωμένη νωχελικά περίμενε τα γατάκια
μερικά μέτρα πιο μακριά προβάλλοντας δελεαστικά τα στήθη της, προκαλώντας
τα να νικήσουν το φόβο τους για να βγουν στον έξω κόσμο. Ο μικρός βούτηξε
στο μαγαζί και έτρεξε σα σίφουνας προς το πάνινο σακίδιό του ψάχνοντας
μέσα με μανία. Ξαναβγήκε με το ψωμοτύρι του στο χέρι, πλησίασε τη γάτα
και απόθεσε ευλαβικά το κολατσιό του κοντά στα μπροστινά της πόδια σαν
να ’τανε εικόνα της Παναγίας. Εκείνη τον κοίταξε κι έβγαλε ένα άφωνο
νιαούρισμα μα δε σάλεψε, παρά μόνο καρτερούσε τα γατάκια που για την
ώρα ήταν η μεγάλη της αποστολή. Το φαγητό μπορούσε να περιμένει. Ο μικρός
ξανακάθησε στο σκαλάκι του περιμένοντας κι αυτός, ποιος ξέρει, ίσως
ένα αυτοκίνητο με δυνατή μηχανή που θα έστριβε στο λιθόστρωτο σοκάκι
για να τον πάρει πίσω, όπως τον είχε εναποθέσει κάποτε στα χέρια του
άνδρα.
(Απόσπασμα από το ομώνυμο ανέκδοτο διήγημα)
Ξένια Παπαδημητρίου
20. Άσπρα πανιά - Μαύρα πανιά
Όλες οι μυρωδιές μου λένε κάτι. Είναι ένα χονδρό λεξικό οι μυρωδιές,
όπου βρίσκεις ακόμα και σύνθετες λέξεις και έννοιες πέρα από τις απλές.
Μια ξινούλα μυρωδιά που σήμαινε γηρατειά και σάλτσα ντομάτα, μια άλλη
γλυκιά, μπαχαρένια σήμαινε επισκέψεις, εκείνη των καμένων ξύλων και
του ψυχρού αέρα σήμαινε πως χειμώνιαζε, η μυρωδιά των βουνών, με τα
φασκόμηλα, το θρούμπι, τη ρίγανη, η μυρωδιά του κοτετσιού που θύμιζε
θαλπωρή, των τυριών που στράγγιζαν -κι ετούτη ήταν μια μυρωδιά απόλυτη-
μια παρέλαση λέξεων και συναισθημάτων μπαινόβγαινε από τα ρουθούνια
κι έλεγες πως θα μπορούσες να ζήσεις και με τα μάτια μονίμως κλειστά.
Πότιζα και το χώμα ρούφαγε όπως το βρέφος κρεμασμένο στο στήθος της
μάνας του κι έτσι καθώς σκεφτόμουν αυτά σκαρφάλωσε εκείνη η μυρωδιά
του νοτισμένου χώματος ως το πρόσωπό μου, για να πάρει κι αυτή μια θέση
στις θύμισες.
Μέσα στα σπλάχνα μου τώρα τελευταία κινούνταν κάτι που είχε πάρει από
την ελευθερία του θαλασσινού ανέμου. Ανέβαινε ως τα ρουθούνια μου και
μου απέθετε την αλμύρα του, τόσο έντονη μυρωδιά που την γευόμουν, συνδυάζοντάς
τη με τούτη εδώ τη φαλακρή και σκληροτράχηλη φύση, με τις σαύρες που
λιάζονταν στις πέτρες, με τα ξανθά χωράφια ευκίνητα στο σφύριγμα του
ανέμου να αλλάζουν φορά κάθε τόσο σαν τον μαέστρο με την ορχήστρα του,
τις κότες, τις φοράδες και τα κοπάδια που προσθέτουν κι αυτά τους ξαφνικούς
ήχους τους σαν τύμπανα και πνευστά, το φως που καταστρώνει σκιερά σχήματα
παιχνιδίζοντας με το λευκό των σπιτιών, τη γαλανή θέα της θάλασσας που
υπήρχε απανταχού, όπου κι αν δραπέτευε το μάτι, κι εκείνες τις κοφτές
πινελιές των κυμάτων λευκές και γαλάζιες, αφρίζουσες σαν τη σημαία,
σκέφτηκα, μα έχει τόσο νόημα η σημαία μας τελικά, σαν να αποτυπώνει
τους υδάτινους δρόμους αυτού εδώ του τόπου. Κι έπειτα να βλέπεις εκείνα
τα αγροτόσπιτα στη μέση του τίποτα να ζουν ακόμα με τα άροτρα όπως πριν
εκατό χρόνια, την ίδια ώρα που τις παραλίες οργώνουν τα θαλάσσια σκούτερ
κι η επανάσταση του τόπλες και του κοκτέϊλ και οι τουρίστες φωτογραφίζουν
τις γιαγιάδες που ’ναι φασκιωμένες στα μαύρα για να τις κάνουν καρτποστάλ.
(Απόσπασμα από το ομώνυμο ανέκδοτο διήγημα)
Ξένια Παπαδημητρίου
21. Πρέβεζα
Σήμερα περπάτησα στο πλάι της θάλασσας
Σε απόσταση τόση όση μας χώριζαν οι καλαμιές.
Στο βάθος πάλι γης πέρα μακριά
και βουνά χιονισμένα.
Πάνω ο ουρανός και σύννεφα.
Σύννεφα ταξιδιάρικα σαν τη ψυχή μου
πάνω από τη θάλασσα
μέσα στις άδειες βάρκες.
Σήμερα φυσούσε εκεί όπου προχωρούσα
και έγερνε τις καλαμιές.
Μ΄ έπαιρνε κόντρα αγκαλιάζοντάς με
και μου ‘λεγε μη.
Εκεί στα ανοιχτά μπρος στη θάλασσα.
Με χάιδευε παίρνοντάς μου τα μαλλιά
στριφογυρίζοντας τη σκέψη μου.
Και γω δεν τόλμησα να σταματήσω
παρά μόνο την κοίταγα σαν ερωτευμένη στο διάβα μου
και με ξέπλεκα τα συναισθήματά μου.
Ώσπου χάθηκα μεσ΄ τους δρόμους
κι έχασα και τη θάλασσα και τον άνεμο.
Ειρήνη Μωσαΐδου
22. Βήθεια…
Βαδίζεις μόνος στους σκοτεινούς δρόμους αυτής της πόλης που κάποτε
σου άνοιξε τα χέρια της αλλά ποτέ δεν σε δέχτηκε στην αγκαλιά της...το
βλέμμα σου θολό η ματιά σου απόκοσμη…. τα βήματα σου βαριά, τινάζουν
ελαφρά την μαύρη σκόνη του δρόμου, κομμάτια του εγώ σου…. κοιτάς χαμηλά
δεν έχεις την δύναμη τα μάτια σου ψηλά να σηκώσεις τους περαστικούς
να αντικρίσεις… τα σημάδια του κορμιού σου την ψυχή σου καίνε, εδώ και
μερικά χρόνια, ποια δεν ζεις…. τώρα ποια μόνο αναζητείς, ουσίες ….περπατάς
σε δρόμους που καίνε…. νιώθεις τα βλέμματα αυτών, που κάποτε με χαμογέλα,
καλημέρα σου λέγαν…. τώρα το τρυπημένο σώμα σου, την ματωμένη κάρδια
σου, με τα μάτια τους να γδύνουν… σε πονούν σε πληγώνουν…. το χέρι σου
δειλά απλωνεις… μια κραυγή από τα βάθη της ψυχής σου εκρηγνετε τα σωθικά
σου στα δυο σκιζει….. ΒΟΗΘΕΙΑ!!! θέλεις πάλι να ζήσεις, στους φωτεινούς
δρόμους αυτής της πόλης να τρέξεις…. βαρέθηκες ποια τα υγρά, βρώμικα
δρομακια… βαρεθηκες ποια τα μοναχικά, σκοτεινα, βραδια, χωμενος εκεί
σε μια γωνία το κορμί σου να πονας… θελεις και πάλι να ερωτευτεις… να
αγαπήσεις και να αγαπηθεις… ΒΟΗΘΕΙΑ!!! Είμαι εδώ διπλά σου… με βλέπεις
κάθε μέρα, διπλά μου περνάς αλλά με αγνοείς με προσπερνάς… γύρισε να
με κοιτάξεις… είμαι το παιδί σου, με ξέχασες…; τα πνιγμένα, κόκκινα
σου μάτια δειλά σηκώνεις… δεν σε ακούει κάνεις…. στριβείς βιαστικά,
βαδίζεις ξανα… στα σκονισμένα βρώμικα δρομακια… αναζητωντας το γιατρικό,
θαρρείς, για τις πληγές της ψυχής σου, τις πληγές της κάρδια σου…. το
ξέρεις, ίσως αύριο να μην περπατήσεις ξανά σε αυτής της πόλης τους δρόμους…..
που καπότες, θαρρείς, σαν να ήταν χθες άνοιξε τα χέρια της αλλά ποτέ
δεν σε δέχτηκε στην αγκαλιά της…. σφιγγεις τα δόντια, ένα δάκρυ κοίλα
από τα βουρκωμένα σου μάτια... ένα κλάμα παιδικό ξεχύνεται από τα σωθικά
σού… το ταξίδι μόλις έχει αρχίσει….
Μαρδόνιος
23. Ματίλντα
Πάλι κοιμάσαι στη μέση του δρόμου.
Το αυτί σου γίνεται ένα με τους ήχους της νύχτας. Το ένα σου μάτι ψάχνει
κάποιο απειλητικό φως.
Τ’ αστέρια αντανακλούν στο περιλαίμιό σου, φτιαγμένο από φεγγαρόπετρες.
Αν ζήσεις σήμερα, δε θα πεθάνεις ποτέ.
Τρύγησες την ευτυχία του ύπνου μια μέρα με ήλιο, μια νύχτα με βροχή.
Τα κουνάβια ρουφούν τ’ απόνερα από τις λακούβες της ασφάλτου με λαιμαργία.
Σε κοιτούν, κουνάνε το κεφάλι και κρύβονται στις τρύπες τους.
Από μακριά το βαρύ βουητό του φορτηγού. Εσύ απλωμένη στα γατοχώραφα
όπου φυτρώνουν χιλιάδες σαρδέλες.
Θα ζήσεις; Σήμερα είναι τώρα.
Μάζεψε την ουρά σου, Ματίλντα.
Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη
24. Η ωραία των κεραυνών
Πήρες πάλι το δρομί δρομάκι. Ξυπόλητη, να σου τρυπούν τα πόδια τα χαλίκια.
Ωραία, που γυρνάς; Οι λυγμοί σου φτάνουν μέχρι εδώ. Αυτός ο δρόμος πουθενά
δεν οδηγεί. Η ανάσα σου μυρίζει σύννεφο. Να προσέχεις τα χαντάκια που
κατοικούν τα φαντάσματα. Ο ουρανός σου γνέφει. Τράβα στην καυτή άμμο,
μόνο μη μου ξυπνάς. Μη μου ξυπνάς τους κοιμισμένους κάκτους. Μόνο νανούρισέ
τους. Σαν ορφανά παιδιά. Μην ξεχάσεις να μου γράψεις. Να μου στείλεις
και φιλιά. Φίδια τα μαλλιά σου. Στο σύθαμπο αρμενίζει το φεγγάρι. Στο
καλό.
Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη
25. Οι τσιγγάνοι
Ήρθαν απ’ το Τολέδο με το βοριά. Τους βλέπεις; Χορεύουν. Τα μαλλιά
τους μαύρα φύκια. Τα μάτια τους σίδερο καυτό, γίνονται ένα με τον πύρινο
δρόμο. Τα κόκαλά τους λιώνουν στην καυτή άσφαλτο, μ’ ένα ρυθμό που αδράχνει
το ατσάλι.
Ακούς τα καμπανάκια που χτυπούν, ραμμένα στις φούστες των γυναικών;
Τα μωρά τους βυζαίνουν αλάτι. Τα δάχτυλά τους φτάνουν μέχρι τον ουρανό.
Κάθε μακρινό μονοπάτι είναι φτιαγμένο για τα βήματά τους.
Μην αμολήσεις τα σκυλιά. Όταν επιστρέψεις θά’ ναι ξανά εδώ. Θα δεις
τις φωτιές ψηλά στον Αη-Γιώργη. Θα σε περιμένουν να σου δείξουν το δρόμο,
με πόδια βρεγμένα απ’ του Σεπτέμβρη τις βροχές. Οι τσιγγάνοι είναι ο
άνεμος. Οι τσιγγάνοι είναι εσύ.
Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη
26. Δρομοπόλος
Δωροδοκώ τη φθορά με διορίες
Και προχωρώ.
Ο δρόμος όμως ωμός
Δε προσφέρει μανδύες. Συλλέγει παρίες.
Μονόδρομος, λες ;
Δρω όμως εγώ, δε σταματώ, δεν περιμένω αφίξεις..
Φτάνει που αντις να γερνώ εγώ μικραίνω
διαρκώς περπατώντας.
Δρόμος ανήφορος, στενός & μακρύς
Πρόδρομος δραστικής αλλαγής
Κατ' εσέ ασήμαντης, μικροσκοπικής
Κατ' αυτούς τους πολλούς ανεδαφικής
Δρόμος ζοφερός και τραχύς. Μα ξέρεις ;
Μου κάνει !
Οι στράτες γεφυρώνουν αλλαργινούς
Γι αυτό τις κτίζεις. Να μπαίνει και
να ρέει αργά ο νους
Ανάδρομος και επαναστατικός.
Αν το μπορεί...
Τι είσαι ; Τι είμαι ;
Έρως να ρέω και να δρω
Διαδρομές αναδ(ρ)ομώντας
Ιδρωμένος και αλμυρός
Ανεξάντλητος. Όχι , όχι ανεξάρτητος,
απλώς δρομοπόλος.
Περικλής Μηλώσης
27. Δρόμος σιδηρούς
Αναχώρηση αμαξοστοιχίας από τη γραμμή τάδε. Οι επιβάτες για όπου καλούνται
να σπεύσουν. Οι ράγες κρύβονται στιγμιαία από το θηρίο. Το πειναλέο
καταπίνει διατεθειμένους να αναχωρήσουν μέχρι ένα σημείο. Τι μέχρι ένα
σημείο ; Μπερδεύεσαι.
Μέχρι ένα σημείο διατεθειμένους ; Μέχρι ένα σημείο να αναχωρήσουν ;
Ή μέχρι ένα σημείο καταπίνει ; Οι μικρές διαφορές φτιάχνουν ιστορίες
ζωής. Και εσύ τόσες φορές μένεις στο παγκάκι άναυδος.
Οι ράγες φαίνονται σαν δύο απλά κομμάτια εγκλωβισμένου υλικού.
Δρόμος σιδηρούς. Αδιαμφισβήτητα αξιόπιστος. Απ’ εδώ σα φύγεις θα φτάσεις
οπωσδήποτε στην ώρα σου εκεί. Τα υπόλοιπα είναι ευθύνη των αποφάσεων
που πήρες. Οι ράγες δεν παρεμβαίνουν στην έκβαση. Είναι διεκπεραιωτές
και είναι ευχαριστημένες με την αποστολή τους.
Το μεταλλικό τέρας κρύβει τις γραμμές με τη κοιλιά του. Ακόμη.
Όταν αποκαλυφθούν οι ράγες μπορεί να έχεις χάσει ένα τραίνο. Τουλάχιστον
φρόντισε να έχεις ακόμη έναν, που να το έχει χάσει.
Οι ράγες είναι έτσι στρωμένες, σε ζευγάρια. Είναι κάτι σα γάμος.
Άμα κοιτάξεις ίσια εμπρός θα υποκύψεις στην ψευδαίσθηση επικείμενης
συνάντησης. Φαίνονται να συγκλίνουν. Έτσι νομίζουν και οι άνθρωποι.
Μετά καταλαβαίνουν ότι απλώς ταξιδεύουν δύο δύο. Σε σταθερή και απαράβατη
απόσταση αναπνοής. Είναι μια δήλωση συντροφικότητας και ένα διάβημα
ελπίδας. Μπορεί και να μην είναι να συναντηθούνε ποτέ. Μα ξέρεις ότι
είναι δίπλα δίπλα. Υποφέρουν το ίδιο και εργάζονται το ίδιο. Μοιράζονται
ακριβώς το ίδιο φορτίο. Όχι; Και οι δυο. Είναι δεσμευμένες άρρηκτα αυτές.
Εξυπηρετούν ένα ταξίδι για το οποίο έχουν γίνει κρατήσεις και έχουν
πληρωθεί εισιτήρια. Είναι λοιπόν σημαντικό να εκπληρώσουν το καθήκον.
Στο ακέραιο.
Οι ράγες και οι άνθρωποι ; Γιατί όχι ;
Η αμαξοστοιχία τώρα βρυχάται διακριτικά. Τα βλέμματα είναι κοφτά.
Η περιχέουσα ατμόσφαιρα είναι μοναδική. Οι ματιές κάνουν ήχους και η
θλίψη μυρωδιές. Και είναι μπερδεμένα τα πάντα όλα. Των χθεσινών, των
εδώ και των από κάπου. Μέσα στην πλημμυρίδα αυτή χρειάζεσαι πιο πολλές
συντεταγμένες αισθήσεις. Το μυαλό όμως προηγείται. Έχεις μια βεβαιότητα
ότι θα μυρίζει κάρβουνο και λάδι, έτσι ; Ε, ξεπέρασε την !
Δεν μυρίζει πια κάρβουνο. Οι μυρωδιές έχουν εμπλουτιστεί. Γιατί να μυρίσει
κάρβουνο. Αφού υπάρχει πλέον ο ..πολιτισμός ; Η παγκόσμια κοινότητα
προ(σ)χώρησε στην εποχή του Dior. Το κάρβουνο τελειώνει.
Και το νερό, και το πετρέλαιο, και ο αέρας. Τελειώνει. Εδώ που τα λέμε.
Και τα δέντρα και τα ζώα τελειώνουν. Και οι συνειδήσεις. Και …Κάτι θα
βρεθεί ! Ωχ αδελφέ. Πάντως εδώ δε μυρίζει πιά κάρβουνο.
Τα καλά να λέγονται.
Μα.. που πήγε το τραίνο ; Δεν το είδες να φεύγει. Πάλι !
Ο ήχος του φευγάτου τραίνου βαίνει πλέον προς εξαφάνιση. Μερικοί που
δεν αντέχουν τις αναχωρήσεις έχουν κατέβει τις σκάλες και πάνε. Τώρα
μείνατε λίγοι θαρραλέοι. Εσύ, το παγκάκι, και παντού ξανά ράγες. Η εφημερίδα
τα ίδια. Η ανησυχία μήπως έπρεπε να ανέβεις, έντονη. Και μια δίψα που
ακόμη δεν είναι λυσσώδης. Κοιτάς το ρολόι χωρίς να δεις.
Κατά βάθος δεν αντέχεις να μην έχεις κάτι επείγον να κάνεις. Ξέρεις
;
Βάλε το αυτί και άκου ! Μα που έχεις το αυτί σου ; Στο σίδερο εννοώ.
Τα παιδιά ξέρουν να βάζουν αυτί. Φορούν βολικά ρούχα και είναι και διατεθειμένα
να σκύψουν. Τώρα που το τραίνο έφυγε και συ μπήκες στον πειρασμό μιας
ανεπαίσθητης ενδοσκόπησης είναι ευκαιρία. Σκύψε !
Το σίδερο, εκτός των άλλων, αποτελεί και καλό αγωγό μετανάστευσης συναισθημάτων.
Η θετική βεβαιότητα του Φιλανδού συνταξιδεύει στη ράγα με την απελπισία
του Μογγόλου χωρίς να την λογοκρίνει κανένα απολυταρχικό καθεστώς. Οι
γραμμές κοροϊδεύουν τα σύνορα και καταλύουν βολικούς “εθνικούς” διαχωρισμούς.
Έχουν τον δικό τους παγκόσμιο διάλογο. Και όπως στο τηλέφωνο, έχουν
χωρίσει τη δουλειά στα δύο. Από τη δεξιά πλευρά ταξιδεύουν ψίθυροι πένθους
γήινοι και από την αριστερή πλευρά, ω ναι, επιστρέφουν δοξασίες αναγέννησης.
Αν μπορούσες να ακουμπήσεις τα αυτιά σου στα δυο σίδερα ταυτόχρονα θα
έβγαζες άκρη και θα ισορροπούσες ιδεολογικά και συναισθηματικά. Μα έτσι
που γίνανε, με ενάμιση μέτρο απόσταση , ακόμη κι αν εσύ υποθέσουμε ότι
σκύβεις , μένεις να ακούς μόνο ένα ένα τα μηνύματα... Μόνο πένθιμα ή
μόνο θριαμβικά. Ένα τη φορά. Και, παρορμητικά ή μοιραία ή από ιδιοτέλεια
εσύ παίρνεις θέση. Θέλω να πω καμιά φορά όλοι οι Φιλανδοί ακούν αριστερά
και όλοι οι Μογγόλοι δεξιά και πάει πιο κάτω η ζωή, το τραίνο, οι ράγες
δε τελειώνουνε ποτέ. Εσένα δε σε νοιάζει κι όλας. Ούτε αν θα τελειώσουν
οι ράγες, ούτε αν θα καταλυθούν οι βεβαιότητες ούτε αν οι διαχωρισμοί
έχουν κάποια λογική βάση.
Εσύ μια στιγμή είπες να σκύψεις. Δε θα τα λύσεις και όλα γαμώτο..
Ήχος άφιξης αμαξοστοιχίας. Τώρα, ότι μιλήσαμε, μιλήσαμε. Οι ράγες κρύβονται
ξανά μαζί με τις τύψεις. Το αφιχθέν είναι προτεραιότητα. Και γυαλίζει
καταφθάνοντας θριαμβευτικά. Οι αποβάθρες γεμίζουν βιαστικά παπούτσια.
Κοιτάς το ρολόϊ σου χωρίς να δείς. Ώρα να σηκωθείς. Ή θα ανέβεις ή θα
φύγεις. Πάντως στο παγκάκι άλλο δε κάθεσαι. Καλημέρα.
Περικλής Μηλώσης
28. Ο δρόμος
Όλα δρόμος.
Είναι η αλήθεια του κόσμου, η αλήθεια μας;...
Μακρινές σιωπές. Σιωπές αέναες.
Κάθε βήμα, μια καινούργια αρχή. Ατελείωτοι ορίζοντες.
Η νύχτα κατεβαίνει, μας σκεπάζει με τα πέπλα της.
Προχωράμε με το φως των αστεριών. Ο κάμπος, γύρω, ένα πέλαγος από μαύρο
βελούδο.
Ακόμα μια μέρα στο δρόμο.
Το ταξίδι είναι ο προορισμός μας.
Αυτοκίνητα λιγοστά, πεζός κανείς. Αρχίζει να βρέχει.
Η βροχή δυναμώνει, μας μουσκεύει μέχρι το κόκκαλο.
Μακρινά αγριοπερίστερα σηκώνονται, διαλαλούν το μούχρωμα.
Σε μια στροφή του δρόμου, ένα μικρό χωριό, ξαφνικά, ισορροπώντας στην
πλαγιά του βουνού, ανάμεσα στα δέντρα.
Ευκαιρία για μια γρήγορη στάση, στο καφενείο.
Λιγοστές κουβέντες. Ο δρόμος έχει γίνει η μόνη μας πραγματικότητα.
Ο ήλιος ακίνητος στο στερέωμα, σαν πύρινος μύθος.
Προχωράμε, μα εκείνος στέκεται.
Τα χρώματα του κόσμου έχουν γίνει αλλόκοτα, θαμπά, θρυμματισμένα.
Ένα μακρινό σύννεφο: θα είναι η σωτηρία μας;
Τοπίο στην ομίχλη. Μια σειρά από χαμηλούς λόφους ξεπροβάλλει, θαρρείς
από το πουθενά.
Από την άλλη μεριά, μια θάλασσα του τίποτα.
Πέφτει ξανά το βράδυ. Όλα δρόμος.
Γιώργος Νικολόπουλος
29. Νέα Κρήνη-Βενιζέλου
Θεσσαλονίκη.
Βασιλέως τάδε.
Ή, μάλλον, Βασιλίσσης δείνα.
Στάση Σαλαμίνα.
Οίκος τελετών Μπαμπούλα.
Νεκροστάσια.
Θάλαμοι καταψύξεως.
Αίθουσες μακιγιάζ.
Οι δρόμοι γράφουν
τη δική τους ιστορία.
Επόμενη στάση
Σχολή Τυφλών.
Χάρης Μελιτάς
30. Άνθρωποι και ζώα
Έβγαλε άκεφος το σκύλο του για βόλτα
τί βάσανο αφόρητο χειμώνα – καλοκαίρι
ας όψεται αυτός που τον παράτησε
παραμονή Πρωτοχρονιάς βρεγμένο στο κατώφλι.
Άξαφνα έσπασε το ζώο τα δεσμά του
χιμώντας αχαλίνωτο στου γείτονα τον κήπο.
«Ακόμα μια εξέγερση», μουρμούρισε
«όπως συνήθως, δουλικά θα με ακολουθήσει».
Άδικα άφησε μισάνοιχτη την πόρτα
αλύχτισμα δεν άκουσε, μα βγαίνοντας στον δρόμο
ένα κουφάρι μαύρο τον περίμενε
κι ένα ρυάκι άλικο στου κράσπεδου την άκρη.
Έμεινε άγαλμα, μοιραίος ακροβάτης
τούτο το ζώο ύφαινε το δίχτυ ασφαλείας
θα τον μισούσαν τα παιδιά του, σίγουρα
κι οι φίλοι θα σχολίαζαν την ασυλλογισιά του.
Απ’ τα φυλλώματα ξεπρόβαλε ο σκύλος -
με πόση ανακούφιση του πέρασε τον κρίκο.
Τέλος καλό όλα καλά, λογάριασε.
Στην άσφαλτο μαρμάρωνε μιας γάτας το κουφάρι.
Χάρης Μελιτάς
31. Γαρύφαλλα στην άσφαλτο
Φυτρώσανε γαρύφαλλα στην άσφαλτο.
Φρένο απότομο. Μην τα πατήσει.
Βγήκε στο δρόμο βιαστικός.
Στην Εθνική, στην Αττική, στη λεωφόρο Πλάνης.
Στάθηκε όρθιος μπροστά στην ουτοπία
με το σακάκι του αυτόνομη σημαία
να διασώσει λίγο άρωμα ελπίδας.
Ισοπεδώνει όνειρα ο δρόμος
στο διάβα του πεθαίνουν τα λουλούδια.
Έσβησε σαν μικρό παιδί, διαφανής
σχεδόν ανάερος, με μια σπασμένη φράση
«αυτό το τέλος μου αρκεί», ή κάτι συναφές.
Ατάραχος, μέσα σε τόση κίνηση.
Αλώβητος, μέσα σε τόση λάβα.
Χάρης Μελιτάς
32. Χους ην
Σ’ έχασα, Χουσεΐν, κι αναζητώ
δυο φωτεινές γαλάζιες χάντρες,
τα μάτια σου.
Το ρυθμικό ήχο της ανάσας σου. Πραϋντικό.
Ψυχούλα, ζωούλα, αγκαλιά μου.
Ώρες μπροστά στο τζάμι να ονειρεύεσαι
αυτό που φοβόμουν. Παιχνίδι στο δρόμο.
Πόσα πολλά μου στέρησες,
πόσο ακριβή η ελευθερία.
Ψιτ, ψιτ, μικρέ μου δραπέτη
φωνάζω, σε ψάχνω στη γειτονιά.
Κάτω από αμάξια γονατίζω και προσεύχομαι.
Σε μια κηλίδα καταμεσής του δρόμου αναγνώρισα
το αποτύπωμα του κορμιού σου, Χουσεΐν.
Χους ην.
Δήμητρα Καραφύλλη
33. Οδός Σαπφούς
Η δουλειά ήταν σημαντική κι έπρεπε να τελειώσει σήμερα.
Τα περιθώρια ήταν στενά, ίδια με τον προορισμό. Ένα μικρό, στενό δρομάκι,
χαμένο σε μια καθόλου σικ γειτονιά του κέντρου. Για την ακρίβεια ανήκε
στην μπασκλασαρία της πόλης.
Ξεκίνησε να ψάχνει από τον αριθμό 1.
Ο δρόμος ανήκε στα λιγοστά βρώμικα αυτοκίνητά του, παρατημένα εκεί να
κοιμούνται, ένας Θεός ξέρει από πότε.
Γκαραζιέρηδες να κυνηγούν ιπτάμενα, ζαλισμένα απ’ τη ζέστη έντομα και
εργάτες με μπλε φόρμες να φορτώνουν και να ξεφορτώνουν ασταμάτητα κούτες
μεγάλες, κούτες μικρές, κούτες καφέ, διαφόρων σχημάτων και αγνώστου
περιεχομένου. Τα πρόσωπά τους λαμποκοπούσαν απ’ τον ιδρώτα και τον ήλιο
κι όταν περνούσε κάποια γυναίκα μπροστά τους –που κατά πάσα πιθανότητα
είχε χαθεί στα στενά- τα μάτια τους θόλωναν από ένα σχεδόν παιδικό ξάφνιασμα
το οποίο γρήγορα μετατρέπονταν σε ασυγκράτητη επιθυμία.
Συνέχισε να προχωράει μετρώντας τους αριθμούς του δρόμου με ιδιαίτερη
προσήλωση. Το 14, το 16, το 18 πιο πέρα. Αδυνατώντας όμως μετά από λίγο
να συνεχίσει γιατί κάτι περίεργο γινόταν γύρω. Θαρρείς και είχε περπατήσει
τόσο πολύ που δεν υπήρχε αμφιβολία ότι βρέθηκε σε άλλη χώρα.
Μπροστά ακριβώς αντίκρισε ένα κατάστημα με 5 κόκκινα φαναράκια που κρέμονταν
σαν δάκρυα. Η ταμπέλα έγραφε στα κινέζικα της ανεπτυγμένης Δύσης ‘’Xjiang
Li’’. Αυτή τη φορά οι εργάτες ήταν όλοι κινέζοι με πόλο και κοτλέ παντελόνια
δύο νούμερα μεγαλύτερα. Μιλούσαν κοφτά βάζοντας τελεία σε κάθε φράση.
Τον δρόμο διέσχιζε ένας από αυτούς με το αγοράκι του στην αγκαλιά. Χείλη
και μάτια χαμογελούσαν σχιστά ως τις αφέλειες μπροστά από τα μικροσκοπικά
αυτιά του. ‘’Μεγαλώνει σ’ αυτή τη γειτονιά, όπως θα μεγάλωνε σε μια
οποιαδήποτε γειτονιά της Κίνας…’’, σκέφτηκε κοιτώντας το και συνέχισε.
Το κράσπεδο ήταν βρώμικο, το κάλυπτε μια καλοκαιρινή, παχιά και πυκνή
γκρι σκόνη. Λίγα μέτρα αργότερα δεκάδες ξεδιπλωμένα προφυλακτικά κολυμπούσαν
σαν ψόφια ψάρια σε μια λιμνούλα από θολά λασπόνερα. Μαρτυρούσαν τον
οίκο ανοχής παραδίπλα. Ένα πρώην χαμόσπιτο που ήταν ωστόσο ιδιαίτερα
περιποιημένο.
Τα παντζούρια ξύλινα και σφραγιστά, ενώ η πόρτα βαμμένη με κυπαρισσί
λαδομπογιά, με το ένα φύλλο της ορθάνοιχτο. Μέσα ξεχώριζαν οι απαλοί
ροζ τοίχοι και οι πόρτες των δωματίων σε σκούρα απόχρωση, έτοιμες να
ανοιχθούν από ανυπόμονα χέρια. Έξω υπήρχαν διακριτικά δύο ηλεκτρικές
λυχνίες που έβγαζαν χάρτινες φλόγες.
Αυτό ήταν το μαγαζάκι. Μια κανονική επιχείρηση όπως όλες τις προηγούμενες
της οδού, μόνο που αυτή πουλούσε εύκολο και γρήγορο έρωτα ανατολικοευρωπαϊκών
προδιαγραφών. Ένας οίκος που ίσως για μερικούς απ΄ τους θαμώνες του
ήταν οίκος ενοχής• στο έμπα του λαχταρούσαν να ενωθούν και να ξεδιαλύνουν
τις ήδη υπάρχουσες ενοχές, στο έβγα του στρίμωχναν τις νέες κάτω απ’
την καμπαρτίνα τους και έφευγαν σκυφτοί και σοβαροί, όπως στις ταινίες.
Αρκετά βήματα ευθεία ήταν το κτίριο που έψαχνε. Χωρίς ταμπέλες και
λυχνίες αυτή τη φορά. Απλά αδιάφορο αλλά σοβαρό. Μπήκε μέσα και βεβαιώθηκε
για τα καλά ότι βρίσκεται στην Ελλάδα. Τα αποτσίγαρα και οι κολλημένες
τσίχλες στο μαρμάρινο μωσαϊκό του ’80 καλωσόριζαν τα βιαστικά παπούτσια
που έμπαιναν. Ο θάλαμος του ασανσέρ υπερμεγέθης, ίσα με 2 φορές το μπάνιο
του σπιτιού που νοίκιαζε. Κι ο κόσμος δώσ’ του και πηγαινοέρχονταν φουριόζος
μέσα του λες και μπαινόβγαινε σε αίθουσα αναμονής.
Πρόσωπα διάφορα, άλλοι με δήθεν αδιάφορο βλέμμα αμηχανίας κι άλλοι αναστατωμένοι
με μαλλιά ανάκατα και μέτωπα νευρωτικά που σχημάτιζαν ρυτίδες έκφρασης
ωσάν πεντάγραμμα.
“Το κινεζάκι θα το διασκέδαζε πολύ να ζωγράφιζε πάνω τους χοροπηδηχτές
νοτούλες μουσικής στης οποίας τον ρυθμό τα πρόθυμα κορίτσια του χαμόσπιτου
με τους ροζ τοίχους θα λικνίζονταν με άνεση και πονηρό χαμόγελο”, σκέφτηκε.
Πριν προλάβει να βυθιστεί περισσότερο στις σουρεάλ σκέψεις το τράνταγμα
του ασανσέρ τις διέκοψε.
“Πέμπτος όροφος” είπε η γυναικεία φωνή, με τόνο σα να περίμενε απάντηση.
“Ψηλά.. βέβαιος θάνατος..” της απάντησε νοερά και βγήκε.
Άρχισε να σαρώνει τις πόρτες του διαδρόμου μέχρι να βρει αυτή με τα
αρχικά Δ.Ι.Σ.Φ. Κάποιο εύστροφο μυαλό είχε συμπληρώσει με μαρκαδόρο
δίπλα ο.ρ.ί.α. Δ.Ι.Σ.Φ.ο.ρ.ί.α, λες και ήθελε να προφυλάξει τους επόμενους.
“Αηδίες.. δεν πρέπει να προκαταβάλλομαι..” κούνησε τα χείλη και χτύπησε
την πόρτα. Μια αφράτη μουστακαλού υπάλληλος γύρισε απ’ το βάθος και
κοίταξε λοξά.
“Καλημέρα σας, παιδεύτηκα αλλά σας βρήκα. Ήρθα για κάτι σημαντικό..
Μπορώ να καθίσω;”
Λία Τσομπανίδου
34. His Road
Πολλοί δρόμοι. Ένας κυκεώνας από εικόνες στροβίλιζε τη μνήμη του. Προσπαθούσε
να σκεφτεί και να δημιουργήσει έναν, σε ένα επίπεδο μιας πιο φιλοσοφικής
ίσως προσέγγισης. Δε μπορούσε να κάνει ούτε αυτό.
Οι δρόμοι ήταν βρώμικοι. Οι δρόμοι ήταν μουντοί, ήταν επικίνδυνοι και
άγριοι, φωτεινοί, στενοί και μικροί. Ήταν πολυπολιτισμικοί και απρόσωποι.
Μαζί με τους άλλους δρόμους δημιουργούσαν ένα δίκτυο δρόμων ακόμα πιο
μουντό, πιο άχρωμο και πιο απρόσωπο. Στα 37 του είχε ταξιδέψει σε πάνω
από 52 χώρες σε τέσσερεις ηπείρους και είχε επισκεφτεί περί τις 1700
πόλεις και χωριά. Η δουλειά του ως ταξιδιωτικός ανταποκριτής για την
ελληνική έκδοση ενός από τα μεγαλύτερα ταξιδιωτικά περιοδικά του κόσμου,
ήταν για αυτόν ολόκληρη η ζωή. Ζούσε και ανέπνεε μέσα από αυτό, ένιωθε
να γίνεται ένα με κάθε κάτοικο μακρινής χώρας που συναντούσε, που αντάλλασε
έστω ένα «γεια». Τώρα όμως ήταν διαφορετικά..
Όταν του ζητήθηκε να κάνει ένα ρεπορτάζ για τον πιο σημαντικό και ενδιαφέρον
δρόμο που είχε επισκεφτεί και περπατήσει όλα αυτά τα χρόνια, ένιωσε
σαν να τον βάλανε σε ένα τεράστιο τσουβάλι με πέτρες από βυθούς και
παράκτιες ζώνες , να αναζητήσει την πιο όμορφη και καλοσχηματισμένη
πέτρα.
Άναψε ένα τσιγάρο. Δεν πρόλαβε να το ανάψει όταν με το «τσαφ» του σπίρτου,
ένα απροσδιόριστο συναίσθημα τον κυρίευσε και η στιγμή τον αιχμαλώτισε
σε μια και μοναδική μνήμη. Ο δρόμος που μεγάλωσε, ο δρόμος που περπάτησε,
ο δρόμος που είχε ξεχάσει γιατί πολύ απλά είχε αποτυπωθεί μέσα του όχι
σαν ένας δρόμος, αλλά σαν κάτι το δεδομένο που χανόταν μέσα στη δίνη
του αυτονόητου. Και όμως ο δρόμος αυτός ήταν τόσο δεδομένος σε αυτόν
όσο άγνωστος ήταν για έναν Βολιβιανό αναγνώστη του περιοδικού.
Είχε ξεχάσει τον μοναδικό δρόμο που παρέμενε αναλλοίωτος μέσα του και
σχεδόν ανέγγιχτος από τα σημάδια του χωροχρόνου σαν τίποτα να μην τον
επηρέαζε και αυτός στεκόταν εκεί αγέρωχα με μοναδική απαίτηση να του
αλλάζουν το δέρμα κάθε κάμποσα χρόνια όταν πια άνοιγε από τις καταπονήσεις
των τροχών και μοναδική νοητή παράκληση να του αφήνουν τα τατουάζ «σοφία
θα σε αγαπώ για πάντα» και «από εδώ πέρασε ο Μπαζ» στους οριοθετούντες
τοίχους του. Έφερε στο νου του τον δρόμο που είχε διασχίσει εκατομμύρια
ίσως φορές, που είχε περπατήσει κάθε χιλιοστό του, που είχε τρέξει,
είχε κλάψει,είχε βραχεί και είχε ξεχαστεί να γυρίσει σπίτι. Ένας δρόμος
χωρίς ουσιαστικά όρια. Θα μπορούσε να είναι μέχρι το περίπτερο ή μέχρι
το παρκάκι που κάπνιζε στα 15 του ή ακόμα και μέχρι τρεις δρόμους πιο
κάτω όπου θα συναντούσε τις αναμνήσεις κάποιου άλλου και ένα άλλο δίκτυο
σχηματιζόταν και ανυψωνόταν σε διαφορετικό επίπεδο και αναδιατυπωνόταν
και ξανασχηματιζόταν όταν κάποιος τρίτος έμπαινε και αυτός στη διαδικασία
της νοητικής αυτής διεργασίας. Μια αέναη επανατροφοδότηση ενός πράγματος
που ήταν πολλά περισσότερα από ένα εργαλείο χωροταξικής τοποσημίας και
πολεοδομικής διάσχισης. Πολλά περισσότερα από ένα όριο κάποιων συνοικιών,
ακόμα περισσότερα από μια μεγάλη γκρι μοκέτα για τα ελαστικά των κινούμενων
ρυπογόνων μηχανών.
Ξεκίνησε να γράφει…Δυσκολευόταν να γράψει. Δυσκολευόταν να μετατρέψει
την μοναδικό αυτό κολάζ αναμνήσεων για τον «δρόμο του» σε λέξεις. Πήρε
τη φωτογραφική του μηχανή, μια παλιά Νikon και μπήκε στο αυτοκίνητο.
Είχε μπροστά του περί τα 320 χιλιόμετρα.
Ζούγλος Βαγγέλης
35. Πρωινό
Ο κόσμος είναι η άκρη της αρμυρισμένης ηλιαχτίδας
Τινάζοντας το κεφάλι της προβαίνει η αυγή
Στην άκρη του βουνού συναντάς μιαν εκκλησία
Και εκεί στο προαύλιο περιστέρια
Πολλά σαπουνισμένα περιστέρια
Με τα φτερά έτοιμα να πετάξουν.
Αστραφτοκοπούν στον ήλιο πεταλίδες
Και πρώιμα κύματα ψιθυρίζουν χιλιάδες μυστικά
Γυαλίζουν οι θαλασσινοί καθρέφτες
Ματωμένες οι κηλίδες της αυγής
Σκύβουν να πλυθούν.
Μ. Δαμουλάκη
36. Προσμονή
Δρόμοι που έρχονται και φεύγουν.
Δρόμοι που περνούν και χάνονται.
Δρόμοι που στέκονται ακούνητοι για χρόνια και χαράζουν γραμμές τις πορείες
τους.
Γοητευτικά πλακόστρωτα στενά που στιγματίζουν τις πύλες μιας νέας ζωής,
ενός νέου περάσματος.
Κατσάβραχα μονοπάτια που τρυπούν τις πατούσες των περιπλανώμενων.
Ανθοστόλιστοι διάδρομοι που υμνούν την αναγέννηση.
Πατήματα πλάι σε ξερόχορτα και πουρνάρια που αιμορραγούν τις πλάτες
των ορειβατών.
Και δίπλα από όλους τους δρόμους,
τα μονοπάτια,
τους διαδρόμους και
τα πατήματα,
φυτρώνει ένα λευκό κυκλάμινο που καλωσορίζει
το πετάρισμα της πεταλούδας,
το σφύριγμα του σπίνου και
το πιο δροσερό αεράκι.
Κι ύστερα ξυπνάς,
ιδρωμένος από τον συνηθισμένο σου εφιάλτη με τα σταυροδρόμια και τους
λαβυρίνθους.
Μα σαν χαράξει,
η ψυχή ταξιδεύει μόνη και δυνατή,
ακολουθεί τα σύννεφα,
τους αέρηδες,
τα σφυρίγματα.
Δακρύζει σαν πέσει σε γκρίζους τοίχους και σιδερένιες μάσκες.
Λυτρώνεται σαν ξεπροβάλλει η ίριδα.
Κατερίνα Λούβαρη
37. Η σκοτεινή πλευρά του πεντάγραμμου
Όταν το μόνο που μας έχει μείνει είναι αυτή η καταραμένη, αχόρταγη
αίσθηση του μισού,
όταν περπατώντας στους γκρίζους απέραντους δρόμους μιας δυστυχισμένης
και μίζερης, άλλοτε μεγαλειώδους, πόλης
συναντάς μόνο αδιέξοδα και ψηλούς τοίχους,
αυτό που κάνεις είναι να γράφεις ανόητα ξανά και ξανά,
να κοιτάς σαν χαμένος,
να συνεχίζεις αποπροσανατολισμένος την περιπλάνηση.
Ρομποτάκια παντού,
σιδερένιες βέργες που τις αποκαλούν εξελιγμένη τεχνολογία ή πολιτιστική
πρόοδο
και δύο τεράστια μάτια που κατασκοπεύουν κάθε βήμα.
Υποτίθεται πως οι πόλεις είναι η γέννηση της κοινωνίας,
ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο ελευθέρων ανθρωπιστικών σπουδών.
Χτυπάς πάνω σε αυτούς τους τεράστιους τοίχους, τραυματίζεσαι.
Κοντοστέκεσαι και τους κοιτάς,
αναρωτιέσαι πως θα τους σκαρφαλώσεις, να περάσεις απ'την άλλη να δεις
τι κρύβουν.
Όντα, άλλα γεμάτα περιέργεια και άλλα γεμάτα φαντασία και οραματισμό.
Παίρνεις τις χρωματιστές μπογιές σου,
δεν αντέχεις το γκρίζο χρώμα τους.
Τους βάφεις κόκκινους ή μπλε,
προσπαθείς να τους σπάσεις.
Κάποιος μου είπε πως παρά τις παρούσες συνθήκες, τώρα είναι η ώρα της
επαγρύπνισης και του ξεσηκωμού.
Ήρθε η στιγμή να ξεκινήσει μία νέα εποχή,
να δημιουργηθούν νέες ιδέες,
νέα οράματα,
νέες πορείες.
Ζώντας σε ένα καταπράσινο βούρκο για τόσα χρόνια, δεν έμαθες άλλο χρώμα.
Το πράσινο είναι αυτό που σου κράτησε συντροφιά και θα συνεχίσει να
το κάνει αν του επιτραπεί.
Πράσινο σκούρο, σαν των κυπαρισσιών.
Τα αρνούμαι όλα,
τους πελώριους γκρίζους ή χρωματιστούς τοίχους, τους καταπράσινους βάλτους,
όλα.
Αρνούμαι όσα με κρατούν γατζωμένη στο παρελθόν,
όσα δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα παρά μόνο σκουριά και δυσοσμία.
Πετάω πέτρες, σπάω πράγματα μόνο και μόνο για να ακούσω τους ήχους.
Όλα έχουν να κανουν με τον ήχο.
Μήπως η ζωή δεν παρουσιάζεται σε ένα πεντάγραμμο;
Ο καθένας φτιάχνει τις δικές του μελωδίες, εκείνες που εκπροσωπούν τα
γεγονότα και τις πράξεις του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Ένα ταξίδι με αρκετά σκαμπανεβάσματα, με χαρά και λύπη, με επιτυχία
ή όχι.
Οι δρόμοι μερικές φορές μοιάζουν με δύσβατα μονοπάτια επειδή δεν βλέπουμε
τον ορίζοντα αλλά τα ξερόχορτα που έχουν φυτρώσει τριγύρω
και ενδεχομένως μας τραυματίσουν.
Βλέπουμε τις μέλισσες που ετοιμάζουν την επίθεσή τους επειδή η αρκούδα
τους έκλεψε μέλι από το βασίλειο.
Βλέπουμε μόνο τα νεκρά δέντρα και όχι τα μικρά αγριολούλουδα που φυτρώνουν
σε απόκρυμνες πλαγιές και γκρεμούς.
Βλέπουμε τα παλιρροικα κύματα και όχι το κακό που κάναμε στη θάλασσα
και αντέδρασε με αυτά.
Βλέπουμε μόνο το αποτέλεσμα και όχι την ομορφιά και τα αξιοπερίεργα
που συναντούμε στη διαδρομή.
Η μοιρολατρία είναι βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης.
Ζητάμε, ζητάμε, τελειωμό δεν έχει.
Λαίμαργα πλάσματα μίας άπληστης εποχής.
Μακάριοι όσοι δεν φοβήθηκαν να ζητήσουν λίγα ή τίποτα.
Κατερίνα Λούβαρη
38. Χωρίς ανάσα
Έχω ακουμπήσει τη σιωπή μου στο μέτωπό σου, αντιμετωπίζεις εύλογα τη
σχηματισμένη απορία, κοιταζόμαστε τόση ώρα αλλά δεν μιλάμε, δεν έχει
όμως γιατί, όπως δεν έχει παγκάκι, εκείνο το παγκάκι στο απέναντι στενό,
πάντα φανταζόμουν πως σκάλιζα ένα όνομα εκεί σκαρφαλώνοντας επάνω, τώρα
δεν το βλέπω και αυτή η απώλεια πετά στενόχωρες σκέψεις κατάφατσα, πως
όλα ανακατεύονται και αλλάζουν γρήγορα σαν φάρσα, σχεδόν αμέσως, εκτός
από τα μονά ζυγά στους τοίχους, οι αριθμοί είναι αδιανόητο να αλλάξουν
πεζοδρόμιο, όπως αδιανόητο θα ήταν και οι εφημερίδες να βγάλουν μαλλιά
και να τις πάρει ο αέρας από τα περίπτερα, υπάρχουν τόσα περίπτερα λόγω
του καλού κλίματος στην Ελλάδα, τόσοι άνθρωποι προσαρμόζονται μέσα σε
μικρούς χώρους αλλά δεν πρέπει έτσι να χάνεται πολύτιμος χρόνος, από
το να κοιτάζουν, ο ένας τον άλλον στα μάτια, ακόμη και αν είναι άγνωστοι,
έμπορος και πελάτης, ακόμη και όταν το μάλλον θα είναι το εκκρεμές στην
επικοινωνία, ένα βήμα μετέωρο, τότε ίσως περιμένοντας να υπάρχει τρόπος,
τα εφόδια να μην είναι εμπόδια, οι ανταύγειες της απώλειας να χρυσίζουν
τη σκέψη, εσύ βέβαια αποκλείεται να σκέφτεσαι το ίδιο με μένα τώρα,
όπως πάντα δυο άνθρωποι που κοιτάζονται, αποκλείεται να σκέφτονται το
ίδιο ταυτόχρονα, εκτός αν ενωθούν μαγικά οι αύρες τους, αν περνούν έξω
από ένα καφεκοπτείο και με μια βαθιά ανάσα ευχαρίστησης, ευχηθούν αυτό
να μην τέλειωνε ποτέ, δεν είναι περίεργο αυτό, μάλλον όχι, να αφορά
αυτό το μάλλον εμάς μόνο, και κανέναν άλλον, ναι το βλέπω τώρα στο βλέμμα
σου, σε κούρασε η σιωπή μου, το νιώθω, όμως δεν φεύγω, βαδίζω σε δύο
μικρούς χρόνους, και αισθάνομαι ότι είμαι στην Ασία, το μαρτυρά ο αέρας
από τα ανοιχτά παράθυρα των διαμερισμάτων, δεν έχει σημασία να εντοπίσω
ποιο διαμέρισμα προκαλεί αυτό το κάλεσμα στον άλλο πολιτισμό, σημασία
έχει ότι ο τόπος έχει πολλές φωνές, όσες χωρούν στο δωμάτιο, από κλήσεις
των φίλων, ξεφωνητά των γειτόνων, βιβλία που επαναλαμβάνω να διαβάζω
από επιμονή, περιμένω εδώ ακόμη και μένεις αλλά δε βλέπεις πια ξεκάθαρα,
πόσο βάθυνε το βλέμμα σου, οργιάζει στην ουρά του δικού μου, οι άκρες
παλεύουν τα όριά τους, τα ταξί μακριά παρκάρουν, σύντομα η βάρδια θα
λήξει, και θα πήξουν μέσα σε κόσμο, στον ιδρώτα, οι οδηγοί τους, υποφέρουμε
από τους κραδασμούς της ασφάλτου, όλοι, δεν υπάρχει δρόμος που να μην
εξιστορεί ένα μυστικό, νηστικός δρόμος από ιστορία δεν υπάρχει, εμείς
εδώ, εσύ και εγώ, σιωπηλά γράφουμε μια ιστορία, το μεταδίδει, ο ένας
στον άλλο, μια μικρή κοινή ιστορία, δεν μας χρειάζεται τίποτε άλλο για
μια ζωή ανθρώπινη, μια ζωή αέρινη, εκτός από ένα βλέμμα δώρο, σου δίνω
το βλέμμα μου, δώσε μου πίσω ένα κίνητρο, ένα βλέμμα να ανασάνω, εδώ
και μέρες ραπίζουν μέσα μου φαντάσματα, ίσως μια θέση στο δρόμο να είναι
κίνδυνος μέχρι τα μπούνια, περιπέτεια χωρίς αιτία, περιπλάνηση απότομης
προφητείας, το ύψος σκοτώνει, η περίληψη επίσης σκοτώνει τον έρωτα,
και κάθε δρόμος δεν θα ήταν αυτός που είναι χωρίς το θόρυβο και την
απόσταση, την αλλαγή ή την εγκατάλειψη, ορίστε το χέρι μου, σου χαμογελά
ανοιχτό, έχει ένα ερωτηματικό από μπλε στυλό bic.
Αντιγόνη Κατσαδήμα
39. «Αδιέξοδο»
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΟΥ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΟΛΟΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔA ΑΓΑΠΗΣ, ΜΙΣΟΥΣ
ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟ ΜΕ ΚΟΙΤΑ
ΚΟΡΟΙΔΕΥΕΙ
ΓΙΑΤΙ ΚΑΠΟΤΕ ΠΙΣΤΕΨΑ
ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΚΑΤΙ
ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΑΔΙΕΞΟΔΑ
ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΠΟΥ ΤΑ ΚΟΙΤΩ ΜΕ ΦΟΒΟ
ΠΑΡΑΛΥΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ
ΟΥΤΕ ΝΑ ΚΛΑΨΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ
ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΠΟΥ ΜΕ ΠΑΕΙ ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Άρτεμις Παπαδάκη
40. Βαδίζοντας στους ίδιους δρόμους
Μέρος Πρώτο:
Το Φάντασμα της Πόλης
Όνειρα ξεχασμένα
παλάμες ιδρωμένες και γόνατα που τρέμουν
Πως να σταθείς;
Μάτια κουρασμένα
να με κοιτάξουν προσπαθούν, μα πονάνε
Το άγγιγμα που ποθείς εχάθει
αόρατο πλάσμα που με κυνηγάς
τα βάσανα σου ξεκίνησαν, τη στιγμή που να πεθάνεις αποφάσισες
σ’ ένα στενό, σ’ ένα δωμάτιο υγρό
μια καθημερινή
ξεχασμένος και βρώμικος
Τα σοκάκια σε κυνηγούν
και μετά τα κυνηγάς και συ..
Πρώτος, άρα, ποιος θα φτάσει;
Ο πόνος ηδονή και η ηδονή πόνος
Ταξιδιώτης στα τρένα που σιωπούν
κι’ ακίνητα σε κατατρέχουν
Να φύγεις πια… δεν έχεις που να πας
Μικρέ ανόητε, μικρέ πολεμιστή
Πολεμάς το θάνατο και ξέρεις πως θα χάσεις
Μικρέ ανόητε, μικρέ πολεμιστή
Σύντομα τα μάτια σου θα μείνουν σφαλισμένα
-περισσότερο απ’ όσο ποθείς, το ξέρω-
Μικρέ ανόητε, μικρέ πολεμιστή
Αντίο.
Μέρος Δεύτερο:
Άκαμπτες Φιγούρες στου Χρόνου την Τροχιά
Και συ’ θα περιμένεις,
το φάντασμα για να γυρίσει πίσω
Θ’ ακούς το κρυμμένο του ουρλιαχτό
Θα νοιώθεις το σώμα του να φλέγεται
και το μυαλό του να χορεύει
Και συ’ θα περιμένεις,
το φάντασμα για να γυρίσει πίσω
θα προσκυνάς, θα χάνεσαι
θα υψώνεσαι, θα πέφτεις
θα γελάς παράξενα
την ώρα που θα τρέχεις
θα κάθεσαι, θα σκέφτεσαι
θ’ ακούς, θα ταξιδεύεις
θα μεθάς και θα κοιτάς
το φάντασμα σα φεύγει
μετά, θα χτυπήσεις
μετά, θα πονέσεις
καθώς το φάντασμα θα περιμένεις να γυρίσει
μετά, θα κρυφτείς
μετά, θα ουρλιάξεις
καθώς το φάντασμα θα περιμένεις να γυρίσει
κι’ όταν το φάντασμα γυρίσει
θα είσαι πια λιγάκι κουρασμένη
και θ’ αποκοιμηθείς
κι’ όταν ξυπνήσεις
το φάντασμα θα περιμένεις να γυρίσει
πάλι
ώσπου μια μέρα
το φάντασμα, θ’ αργήσει να γυρίσει
και συ
πως να το περιμένεις πια;
θα’ χεις ξεχάσει
Χριστίνα Μπλάνα
41. Δρόμοι ελληνικοί
Πρώτα, μ’ ένοιαζε μόνον που προχωρούσα, μπροστά. Δεν έβλεπα μακριά.
Δε σήκωνα καν κεφάλι. Εκεί! Κάτω! Έδινα σημασία στη λεπτομέρεια, στο
ανάγλυφο του καλντεριμιού, στη γκρι επιδερμίδα του φιδιού, τις μικροσκιές,
τ΄ αρνητικά που αναδύονταν. Η επιφάνεια λεία και γυαλιστερή, βρεγμένη
από τον ιδρώτα του κόπου.
Έπειτα, παρατήρησα ότι δεξιά κι αριστερά υπήρχαν όρια. Άλλοτε ασφυκτικά
παράλληλα μεταξύ τους κι άλλοτε με κάθετες φυγές. Τις περισσότερες φορές
υπήρχε ομορφιά, με το άρωμα του γιασεμιού, και το λούκι γινόταν μια
παραδεισένια διαδρομή.
Τώρα τελευταία μόνον, είναι που αναρωτήθηκα για το βάθος του δρόμου.
Πού οδηγεί, πόσο απέχω, μήπως να ξεφύγω! Κοίταξα προς τα κει, αλλά σε
τέτοιους δρόμους, με στροφές και παρακάμψεις, ο προορισμός ακόμα να
φανεί..
Β. Χρυσοπούλου
42. Σταυροδρόμια
Σαν παιδί του Ερμή που ήταν, του άρεσε να κάθεται στα σταυροδρόμια:
στις συναντήσεις των διαδρομών, των ανθρώπων, στην ανακούφιση των σκεπτικών.
Οι κινήσεις εκεί γίνονται τρελές, προς όλες τις κατευθύνσεις, υπάρχει
γενική αναταραχή, συμπλοκή μέχρι χάους.
Το μέτρο το ληπτέο, για τον Έλληνα, επί ματαίω.
Β. Χρυσοπούλου
43. Δρόμος όπως Δάσκαλος
Το πρώτο μάθημα της ζωής σου….να περπατάς σε ένα δρόμο που έχει να
σου πει πολλά….
..εδώ θα ανακαλύψεις και άλλους πολλούς…
…σε κάποιο παγκάκι σε μια μεριά του, ίσως μάθεις τον ερώτα μέσα από
ένα γλυκό φιλί…ίσως μέσα από τα δάκρυα ενός χωρισμού που δεν σου άξιζε…
…μέσα από το γκρίζο του, ίσως ανακαλύψεις χρώματα πολλά…καθώς ιριδίζουν
πάνω του άτσαλα οι στάλες μιας βροχής που μόλις σταμάτησε… σηματοδοτώντας
την έναρξη ενός γλυκόπικρου Ελληνικού φθινόπωρου…
…ένας δρόμος έχει να σου πει την ιστορία ενός παιδιού που παίζει ,
μιας κοπέλας πάνω σε ποδήλατο -τόσο γραφική-…
…μια συνεχής ροή ζωής τρέχουσα πάνω σε κάτι τόσο σταθερό και άψυχο,
όσο ζωηρό και αείροο….
….μια καταγραφή της τόσο απαραίτητης και επιβαλλόμενης ρουτίνας μέσα
από αυτοκίνητα και εργάτες ….και μια σκιαγράφηση ενός περιπάτου του
ζευγαριού που τόσο τρυφερά πορεύεται ….
…ένα φιλμ καταγραφής ενός χωροχρόνου σημαδεμένου από παρελάσεις , πορείες,
άσκοπες τσάρκες, νεκρώσιμες ακολουθίες και σημάδια από τις ροδές ενός
παιδικού και όχι μόνο καροτσιού….
…μια πηγή έμπνευσης για τον πάππου της ροκ , και μια ανάμνηση για τους
παππούδες μας …που με καμάρι διηγούνται για τον δρόμο της ζωής τους…
… να περπατάς σε ένα δρόμο που έχει να σου πει πολλά…
Ράνια Παπαδοπούλου
44. Εγκλωβισμός
Μία πόλη, μεγάλη κι’ αχανής είναι ο τόπος. Νύχτες πολλές, επαναλαμβανόμενες,
ατέλειωτες είναι ο χρόνος. Μια πόλη τη νύχτα, το τοπίο.
Οι ήχοι της πόλης κατακλύζουν το χώρο και τ’ αυτιά του. Λάστιχα που
τρέχουν σε βροχερούς δρόμους, μια τηλεόραση του συνταξιούχου γέροντα
από δίπλα, παιδιά που κλαίνε, μαλάκες που απλά είναι μαλάκες και θορυβούν
με τον ήχο της μαλακίας που’ χουν στο κεφάλι τους.
«Σκατά είναι αυτή η γαμημένη πόλη. Κανείς δεν εκτιμά την αξία της σιωπής,
την ανάγκη γι’ απομόνωση. Λίγη σκέψη θα έκανε καλό σε αρκετούς μαλάκες
που κυκλοφορούν ελεύθεροι εκεί έξω. Τόσος φόβος να μείνει κανείς μόνος
του. Περίεργο να σουλατσάρεις στους δρόμους μόνος, παρέα με μια μηχανή
απαθανατίζοντας την απέραντη βλακεία και μιζέρια που κυκλοφορεί ανενόχλητη
σε φωτεινούς δρόμους, σε στενά σοκάκια, σε λαμπερές λεωφόρους, σε σκοτεινά
μητροπολιτικά μονοπάτια».
Τα τσιγάρα στο τασάκι σχημάτιζαν ένα μικρό βουναλάκι από κιτρινωπά πτώματα.
Φτάνει πια. Άναψε την πίπα του καθισμένος στην αγαπημένη του μαύρη δερμάτινη
πολυθρόνα που είχε πια αρχίσει να ξεθωριάζει και ατένιζε το τοπίο από
το μπαλκόνι του διαμερίσματός του. Ούτε λόγος να βγει μέχρι έξω, στο
μπαλκόνι. Όπως έλεγε: «Δεν θέλω να χάσω τη ζεστασιά του κορμιού μου».
Απλά τοποθετούσε την πολυθρόνα του πολύ κοντά στην μπαλκονόπορτα κι’
ατένιζε μια εξίσου άσχημη πολυκατοικία με τη δική του, εγκαταλελειμμένα
μπαλκόνια, μαραμένα λουλούδια και σκουριασμένα κάγκελα. Ουρανός πουθενά.
Μόνο τσιμέντο και παλιοσίδερα. Είχε καταντήσει γραφικό.
«Περίεργο να μιλάς μόνος σου ή να συζητάς νοερά με φίλους και εχθρούς
σου. Αν ερχότανε τώρα κάποιος και μ’ έβλεπε σίγουρα θα με περνούσε για
τρελό. Είναι δυνατόν να μιλάει μόνος του; Γιατί δεν βγαίνει έξω με παρέες
να διασκεδάσει; Τι έχει πάθει; Ε, λοιπόν, σκουλήκια εσείς το έχετε το
πρόβλημα. Ηλίθιοι μικροαστοί, διασκεδάστε εσείς μπροστά στο κουτί της
αποβλάκωσης σας κι’ αφήστε με εμένα στη δική μου αποβλάκωση».
Ξαφνικά σταμάτησε, αποτράβηξε το βλέμμα του από το φρεσκοπαντρεμένο
ζευγάρι απέναντι, που κάθονταν ακίνητοι και αμίλητοι μπροστά στο τρεμάμενο
φως της τηλεόρασης και κοίταξε το είδωλο του στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.
«Μα τι μ’ έπιασε πάλι; Μόνος μου τα λέω, μόνος μου..καλή η μοναξιά αλλά
και λίγη παρέα, να μοιραστείς τις σκέψεις σου με κάποιον που ίσως και
να σε καταλάβει, καλό θα ήτανε. Ποιος μου φταίει όμως που κατάντησα
έτσι; Άλογο μου δίνανε, το κοίταζα στα δόντια. Ή γάιδαρο; Δεν θυμάμαι.
Γιατί να μην μπορώ ν’ αντέξω κανέναν; Μήπως επειδή δεν αντέχω ούτε τον
ίδιο μου τον εαυτό; Ωχ, θ’ αρχίσω πάλι την φροϋδική αυτοψυχανάλυση.
Εμ, τι να σκεφτώ; Ούτε τις σκέψεις μου δεν αντέχω. Τι μου μένει να σκεφτώ
που δεν θα το απορρίψω μετά από λίγο; Δεν μπορώ να καταλήξω σε κανένα
συμπέρασμα με αυτό που κάνω. Τι τρέλα! Παραιτούμαι.»
Έσβησε το φως του δωματίου και άναψε ένα κερί. Το ζευγάρι απέναντι τον
κοιτούσε απορημένο να καπνίζει την πίπα του, να χειρονομεί έντονα και
να ανοιγοκλείνει το στόμα του σαν να μιλάει σε κάποιον. Μπορεί και να
μιλάει στο κινητό σκέφτηκαν και ηρέμησαν.
«Αυτά τα Bluetooth, μεγάλη ανακάλυψη. Πάντα με κοίταζαν περίεργα όταν
καμιά φορά ξεχνιόμουν και μιλούσα δυνατά καταμεσής του δρόμου. Πλέον,
μ’ ένα ματζαφλάρι στ’ αυτί, περνάω απαρατήρητος. Αυτοί οι φυσιολογικοί
άνθρωποι κάνουν κάτι συζητήσεις χειρότερες και από τις δικές μου. Απλά
η τρέλα τους είναι αποδεκτή. Τι αδικία! Πόσο περίεργος είναι ο κόσμος;
Προγραμματισμός. Εν- δυο, εν- δυο, δουλειά, εν- δυο, εν- δυο λεφτά,
εν- δυο, εν- δυο οικογένεια, εν- δυο, εν- δυο ερωμένες, παιδιά, ρατσισμός,
αγχολυτικά και ύπνος. Προγραμματισμός πράξεων, σκέψεων, συναισθημάτων.
Πολύ καλή δουλειά! Σαν βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Απολυταρχικό
καθεστώς, τάξη κι’ ασφάλεια, έννομοι πολίτες, τακτικές εκφοβισμού, εξιλαστήρια
θύματα. Λύση; Μπάτσοι παντού, φρουροί, ασφάλεια και όμορφα αυτόματα
σε άσχημους δρόμους. Αποτέλεσμα; Καλές κλειδαριές και καλή ανάλυση στη
συνδρομητική TV. Οι δρόμοι είναι για τους αλήτες. Τι το πήρες το στεγαστικό;
Κάτσε μέσα και σκάσε. Εγώ γιατί κάθομαι μέσα;»
Σηκώθηκε από την πολυθρόνα, ντύθηκε βιαστικά και κατευθύνθηκε προς την
εξώπορτα.
«Και που να πάω; Και τι να κάνω;»
Άνοιξε την πόρτα. Στάθηκε για είκοσι λεπτά περίπου κοιτάζοντας προς
τον σκοτεινό διάδρομο. Η ώρα περνούσε..
Χριστίνα Μπλάνα
45. Η ιστορία της κυρίας
Καθώς ξυπνά χαμογελά
Την ομορφιά της φροντίζει
χωρίς υπερβολές
έτοιμη ο ήλιος να την βρει
Και ο Ήλιος της ανήκει
Νότες ολούθε
σε κάθε της κίνηση
Χορεύουν τα χέρια της
σαν το τσιγάρο της καπνίζει
Και η Μουσική της ανήκει και ο Χορός της ανήκει
Ο καφές αχνίζει
Ομίχλη στο πρόσωπο
Τα ρουθούνια της χορεύουν
Τα φρύδια τον ρυθμό κρατούν
Και η Μουσική της ανήκει και ο Χορός της ανήκει
Στο βλέμμα καθρεφτίζεται η προοπτική
Έξω ο ήλιος
τους ώμους της χαϊδεύει
Κι’ αυτή γελά
Και όσα το βλέμμα της αγγίζει της ανήκουν
Βαδίζει αργά
Ο χρόνος της ανήκει
Η μέρα υποκλίνεται στη χάρη της
Το μεσημέρι να την υποδεχτεί αδημονεί
Και ο Χρόνος της ανήκει
Στο πάρκο τα παιδιά
την όμορφη Κυρία καρτερούν
Και τα λουλούδια καθώς τα κόβει
ατενίζουν τη θωριά της και μαγεύονται
Κι’ η Φύση της ανήκει και τα Παιδιά της ανήκουν
Το απόγευμα
παίζει κρυφτό
στην αγκαλιά Της
Η νύχτα
τη σκιά Της εμφανίζει
Και ο Κόσμος όλος της ανήκει
Και τα μεσάνυχτα
στο λόφο
τον πιο ψηλό ανεβαίνει
Κι’ η ανάσα της
είναι ο άνεμος
Κι’ ο ιδρώτας της
το άρωμα του φεγγαριού
Κι’ η κορυφή υψώνεται
όλο και πιο ψηλά
την πιο όμορφη θέα να της χαρίσει
Και τα χόρτα
φιλούν τα γυμνά της πόδια
κι’ αυτή γελά
κι’ αυτή γελά
Μα το γέλιο της
κανείς δεν έχει ακούσει
κανείς το πρόσωπο της δεν έχει αντικρύσει
Το τραγούδι της μονάχα τα παιδιά ακούν
λίγο πριν κοιμηθούν
κι’ ονειρεύονται
στο πάρκο να βρεθούν
την Κυρία που γελά
να δουν
κι’ αυτή γελά
κι’ αυτή γελά
Χριστίνα Μπλάνα
46. Κοπελιά… Να σου κάνω μια ερώτηση;
Κυκλοφορώντας από πολύ μικρή στο κέντρο της Αθήνας, έχω ακούσει τη
φράση αυτή παραπάνω
από αρκετές φορές...
Όχι πάντα για τον ίδιο λόγο...
Δεν είχα σκεφτεί όμως ποτέ το πραγματικό νόημα της ερώτησης αυτής...
Μόνο μέχρι πρόσφατα...
Ένα βράδυ του Οκτωβρίου οι δρόμοι της Ομόνοιας είχαν κλείσει και πάλι,
καθώς είχε προγραμματιστεί μια ακόμη διαδήλωση.
Καθώς περνούσα, μια νέα κοπέλα με πλησίασε και μου είπε
“Κοπελιά να σου κάνω μια ερώτηση;”
Γύρισα το πρόσωπό μου από την άλλη μεριά και προσπάθησα να την αποφύγω
ως συνήθως...
Καθώς έφευγα, εκείνη συνέχισε “Ψάχνω για ένα φυσιολογικό άνθρωπο να
με βοηθήσει...”
Την κοίταξα με απορία ενώ εκείνη συμπλήρωσε
“Εννοώ έναν άνθρωπο που να μην έχει σχέση με ναρκωτικά, αυτό εννοώ “ένα
φυσιολογικό άνθρωπο”. Δεν έχω πού να κοιμηθώ το βράδυ”.
Ποιοι είναι οι δρόμοι της Αθήνας σήμερα; Και ποια είναι η ίδια η Αθήνα;
Είναι η ιστορία της; Είναι η αρχιτεκτονική της; Είναι οι άνθρωποι που
ζουν σε αυτή;
Είναι τα γεγονότα που συμβαίνουν σε αυτή;
Ή μήπως είναι ο τρόπος που κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο;
Ή ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλο;
Ή μήπως ότι νιώθουμε? Ότι αισθανόμαστε; Ότι βλέπουμε;
Θα μπορούσε να είναι όλα τα προηγούμενα μαζί; Και ίσως ακόμη περισσότερα...;
Χρύσα Κουτρουμάνου
47. “Φεύγω μένοντας”
- Α: Αν δε θέλω να φύγω, γιατί μένω με την ελπίδα του «φεύγω»;
Κι αν φύγω, γιατί φεύγω με την ανάμνηση του «μένω»;
Μήπως να κινήσω για τη μέση της διαδρομής; Ποιο βολικό ακούγεται αυτό.
- Β: Απ’ τα μισά ενός δρόμου πάντα περνάς, ποτέ δε φτάνεις.
- Α: Τότε μένω.
- Β: Θα μετανιώσεις.
- Α: Τότε φεύγω.
- Β: Θα χάσεις τη βόλεψή σου.
- Α: Μα πάντα θα μπορώ πίσω να γυρίσω.
- Β: Αν γυρίσεις, δε θα είσαι ποτέ εδώ. Κι αν φύγεις, θα παραμείνεις
για πάντα εδώ.
- Α: Αρκετά. Φεύγω μένοντας για έναν δρόμο δίχως μέση.
Φεύγω μένοντας για έναν προορισμό δίχως τέλος.
Το τέλος του η Αρχή κι η Αρχή ξανά το τέλος.
Φεύγω μένοντας. Μένω φεύγοντας.
- Β: Το μόνο που μένει τώρα για να μάθεις, είναι αν πρώτα φεύγεις ή
αν πρώτα μένεις.
- Α: Το μόνο που μένει για να μάθω..! Το μόνο που μένει, είναι αυτό
που μπορεί να φύγει. Να τι σημαίνει «φεύγω μένοντας».
Νικόλας Σμυρνάκης
48. “Η παρέα της μοναξιάς”
- Α: Φτάνοντας στα σύνορα της λογικής, τρελάθηκα
Βλέπεις, είχε δρόμο ακόμα
Φτάνοντας στο απόγειο της τρέλας, λογικεύτηκα
Βλέπεις, δεν είχε άλλο ουρανό
Κι έμεινα μόνος
- Β: Στο ταξίδι αυτό, είπα να μείνω μόνος
και βρήκα παρέα
στην ιδέα της μοναξιάς μου
που έχει μείνει μόνη
ανάμεσα σε τόσες άλλες μοναξιές
Κι όλες μαζί
μια ωραία παρέα
Νικόλας Σμυρνάκης
49. “Εδαφίσια πόδια”
- Α: Χρόνια παλεύει η ψυχή μου με το δέντρο. Να ζευγαρώσουν κορυφές,
να γεννήσουν ύψη.
- Β: Είναι στη φύση του ανθρώπου σαν δει δέντρο αψηλό
να θέλει να τ’ ανέβει
Αν μέχρι να γεράσει δε πατήσει ενός την κορυφή
δε θα φιλιώσει με το έδαφος ποτέ
Κάθε σκιά αψηλού δέντρου, ως τα ύστερά του,
θα αγκυλώνει τα εδαφίσια πόδια
- Α: Όταν τα πόδια πάσχουν από υψοφοβία
η καρδιά θέλει να ταξιδέψει
Έρχεται τότε τ’ όνειρο και πλάθει χώρες μακρινές
Ύστερα έρχεται ο ύπνος και τις ανασταίνει
- Β: Ο πιο σύντομος δρόμος να ταξιδέψεις στο παρελθόν
είν’ η ανάμνηση
Ο πιο σύντομος δρόμος να ταξιδέψεις στο μέλλον
είν’ το όνειρο
Και ο πιο σύντομος δρόμος να ταξιδέψεις στο παρόν
είν’ να ξυπνήσεις
Νικόλας Σμυρνάκης
50. Ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ
Αυτός περπατούσε στο δικό του δρόμο...Ένα σοκάκι πλακόστρωτο, στην
παλιά πόλη, σκοτεινό. Σκεπτικός και με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο, σαν
να κοίταγε μια μια τις πέτρες και να τις μετρούσε, καθως περπάταγε,
αργά, σιωπηλά.. Αλλά δεν ένοιωθε δυστυχία..απλά μια παράξενη ηρεμία.
Ήξερε οτι θα ξημερώσει η επόμενη μέρα και θά 'ναι καλύτερη, και θα περπατήσει
σ' έναν άλλο δρόμο. Γιατί ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ.
Εκείνη χόρευε στο δικό της δρόμο....Σα νά ' τανε σ' ένα λιβάδι ηλιόλουστο,
πράσινο με πολύχρωμα λουλούδια, σαν μικρό κορίτσι χωρίς έγνοιες, κοιτώντας
τα πουλιά να πετούν και τον αέρα να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Αλλά δεν
ένοιωθε ευτυχία, παρά μόνο έναν παράξενο ενθουσιασμό, σαν να ήταν η
τελευταία της χαρά, λες και δεν θά 'χε ξανά την ευκαιρία να περπατήσει.
Αλλά σίγουρα έκανε λάθος. Γιατί ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ.
Και όλοι αυτοί, ”οι άλλοι”, σ έναν μεγάλο δρόμο τρέχουν, περπατούν,
κάθονται, βαδίζουν με μπαστούνια. Και ο καθένας τους σκέφτεται, αγαπάει,
θυμώνει, μελαγχολεί και χαίρεται. Κι είναι άγνωστοι μεταξύ τους. Δεν
τους απασχολεί που περπατούν, μόνο να φτάσουν στον προορισμό τους. Δεν
τους ενδιαφέρει για τους υπόλοιπους τριγύρω - κι έτσι θά 'ναι και αύριο,
μόνοι τους, στο δρόμο. Γιατί ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ..
Αυτός ακόμα περπατάει στο σοκάκι του κι εκείνη ακόμα χορεύει στο φανταστικό
της λιβάδι. Κι ακόμα δεν βρέθηκαν, δεν συναντήθηκαν οι δρόμοι τους.
Κάποιοι λένε πως πιθανόν να μην βρεθούν ποτέ. Αλλά δεν ξέρουν... Γιατί
ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ.
Έλενα Πριονά.
51. Όσο αλλάζει ο άνθρωπος - όσο αλλάζει
ο δρόμος
Στα πέντε χρόνια του, τον κράταγε η μάνα του απ' το χέρι και περπάταγαν
μαζί στο δρόμο. Κακοτράχαλος χωματόδρομος, με σπίτια παλιά, χαμόσπιτα,
εδώ κι εκεί και τις γειτόνισσες να κάθονται στα πεζούλια να συζητάνε
κι οι παππούδες στο καφενείο, στο τέλος του δρόμου να παίζουν τάβλι.
Λίγα χρόνια αργότερα, μόνος του έβγαινε, στον ίδιο δρόμο, να πηγαινοέρχεται
στο σχολειό και το απόγευμα να παίζει μπάλα, πετροπόλεμο και ποδήλατο
να κάνει με τους φίλους του.
Κι έπειτα έγινε δυο μέτρα παλικάρι, κόντευε να τελειώσει το Γυμνάσιο
και μ' άσφαλτο στρώσανε πια το δρόμο. Πήρε κι ένα μοτοποδήλατο, κι ας
φώναζε η μάνα του, “θα σκοτωθείς παλιόπαιδο μ΄αυτό το βρωμομηχανάκι”
, δεν τον ένοιαζε, γιατί του άρεζε μια κοπελιά μελαχρινή κι ένα βράδυ
την φίλησε καθώς περπάταγαν χέρι – χέρι στο δρόμο.
Έφυγε όμως για σπουδές στην πρωτεύουσα..κι όταν γύρισε αλλιώς ήταν ο
δρόμος. Παντού φυτρώσαν πολυκατοικίες, γκρεμίσαν τα χαμόσπιτα. Και τ'
αυτοκίνητα πέρναγαν από παντού – πολύ του άρεσε που είχε κίνηση ο δρόμος.
Κόσμος ερχόταν πάνω κάτω, κι οι τοίχοι οι ψηλοί των οικοδομών, οι γκρι,
γέμισαν με “γκραφίτι”. “Δεν είναι μουντζούρες ρε μάνα, δεν στον λέρωσαν
τον τοίχο της οικοδομής, ούτε το έκαναν αλήτες, τέχνη είναι αυτό”.
Και σαν βρήκε δουλειά και μια γυναίκα και παντρεύτηκε, κάνανε δυο κουτσούβελα..Δημόσιος
υπάλληλος, ίσα και που τα βγάζαν πέρα, αλλά είχε ένα διαμέρισμα που
έβλεπε στο δρόμο κι ήτανε προσόν, γιατί άλλοι βλέπαν στον ακάλυπτο.
Κι ούτε κατάλαβε πώς πέρναγαν τα χρόνια...Πότε μεγάλωσαν τα παιδιά του
και γίνανε άντρας και γυναίκα. Κι είχαν δικά τους αυτοκίνητα κι αυτοί
παντρεύτηκαν, κι έκανε συμπεθέρια. Περιχαρής βγήκε στη σύνταξη και πέρα
δώθε με το αμάξι μες την κίνηση, να βλέπει τα παιδιά του, που μέναν
σ' άλλες γειτονιές.
'Ωσπου κι η κόρη του μια μέρα “παππούς θα γίνεις”, του 'πε, κι εδάκρυσε
αυτός απ' τη χαρά του. Και σαν ήρθε το εγγόνι, πώς και πώς κοίταγε απ'
το παράθυρο του διαμερίσματος στο δρόμο, πότε θά 'ρθει η κόρη του με
το παιδί να το αγκαλιάσει...
Κι εκείνο ήθελε να παίζει με τον παππού του, που μπαστούνι κράταγε,
κι ούτε οδηγούσε πια. Και μόνο όταν τον ρώτησε μια μέρα με τα αθώα μεγάλα
μάτια του, “πάμε παππού να παίξουμε στο δρόμο” ? ...Τότε κι αυτός με
νοσταλγία, σα νά 'ταν χτες που τό 'βλεπε μπροστά του απάντησε..: “ Δεν
είν' ο δρόμος που έπαιζα εγώ παιδί μου, άλλαξε τώρα ο δρόμος”.
Έλενα Πριονά.
52. Το σημάδι
Περνάω καμιά φορά.
Συνήθως δεν θέλω, το αποφεύγω.
Είναι σαν να καταποντίζεται ο αέρας μπροστά μου. Όταν φτάνω στο τέρμα
του δρόμου εκεί που οι τεθλασμένες σκιές των δέντρων αφήνουν διάτρητες
λάμψεις πάνω στην πίσσα της ασφάλτου, ανεβάζω το παράθυρο του αυτοκινήτου
και στρίβω μαρσάροντας.
Δεν ξέρω τι μ΄ έπιασε εκείνη τη φορά και κοκάλωσα. Πίσω μου βαράγανε
οι κόρνες, ένιωθα τα αγκαθωτά τους δάχτυλα στην πλάτη μου, αλλά εγώ
εκεί με ασύμμετρο παράστημα να στέκομαι και να κοιτάω κατά τη μάντρα.
Ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια έχουν περάσει. Ο χρόνος της απουσίας είναι
ανερμήνευτος. Αφήνει ένα λασπώδες κατακάθι μέσα σου. Μπερδεύεις το τότε
με το τώρα. Η σέπια του παρελθόντος πλάθεται από το μεταβαλλόμενο σκοτάδι
του παρόντος και όλα πάνε κατά διαβόλου.
Γι? αυτό δεν θέλω να περνάω από αυτό το δρόμο. Με πιάνει το ντουμάνι
των αναμνήσεων από τη μύτη.
Ούτε από το σπίτι του πηγαίνω πια. Οσες φορές το έκανα το μετάνιωσα
πικρά. Μ΄ έπιανε από το σβέρκο ο πατέρας του, ένα άγαλμα πόνου έχει
μείνει πλέον, και δώστου να με ροκανίζει, «θυμάσαι τι μέρα τον χτύπησαν;
Κυριακή ήταν και τον περιμέναμε στο σπίτι από το μεσημέρι. Πήγε βράδυ
αλλά αυτός δεν είχε φανεί ακόμα. Και του το΄χα πει, να πω ότι δεν τον
είχα ορμηνεύσει, αλλά αυτός αγύριστο κεφάλι. Ιδιος η μάνα του».
Στη γειτονιά είπαν ότι τον χτύπησαν οι Γερμανοί για αντίποινα. Εγώ που
ήμουν μπροστά και τα είδα όλα με τα μάτια μου ξέρω πώς δικός μας ήταν
αυτός που σήκωσε το όπλο. Και όταν έπεσε στο πεζοδρόμιο στάζοντας ολόκληρος
στο αίμα τα φώτα του δρόμου τον χτένισαν από την κορφή έως τα νύχια
και μια μάσκα θεατρική είχε καλύψει το πρόσωπό του. Σαν να μην ήταν
δικός του ο πόνος αλλά κάποιου άλλου που τον είχε δανειστεί προσωρινά.
Και μετά μου λένε για ήρωες.
Το μόνο ίχνος που άφησε πίσω του όταν τον σηκώσαμε ήταν μια κηλίδα αίματος
βαθιά χαραγμένη στο βρόμικο ρείθρο. Και όσο απομακρυνόμασταν τρέχοντας
αυτό το μικρό σημάδι φούντωνε και άστραφτε σαν οιωνός. Αναψε όλος ο
δρόμος λες και κράτησε κάτι από την παλιά θερμότητα του νεκρού σώματος.
Πέρασα πολλές φορές από το ίδιο ακριβώς σημείο. Και μάρτυς μου ο Θεός
αυτό το σημάδι από το αίμα του υπήρχε ακόμα. Μια φλογισμένη κουκίδα
στη μέση του δρόμου να αναμετράται με τα αρμαθιασμένα φώτα των διερχόμενων
αυτοκινήτων. Κανείς δεν το πρόσεχε. Τυλιγμένοι στα εύθραυστα ρούχα τους
οι περαστικοί περνούσαν από δίπλα του, πατούσαν πάνω του, έσβηναν τα
τσιγάρα τους με μανία, φτυάριζε τόνους σκόνης ο αέρας αλλά εκείνο το
σημάδι στο τέλος του δρόμου κάτω από τις τεθλασμένες σκιές των δέντρων,
παρέμενε αναλλοίωτο.
Όταν είδα εκείνον το γέρο σκουπιδιάρη να σβαρνίζει με τη σκούπα του
στο σημείο σταμάτησα το αμάξι και πλησίασα. Καμπουριαστός και με απελπισμένη
επαγρύπνηση τον παρατηρούσα καθώς έτριβε με τη βούρτσα το δρόμο και
όλο έτριβε με όση δύναμη του είχε μείνει αλλά το σημάδι δεν έλεγε να
φύγει.
«Στο διάολο σκατόπραμα», τον άκουσα να λέει καθώς άναβε τσιγάρο.
Αναψα κι εγώ ένα και έμεινα να κοιτάζω.
Διονύσης Μαρίνος
53. Kτισμένη ψυχή, αθάνατη
Κάποτε στον Γράμμο,ζούσε ένας βράχος
Εκατομμύρια χρόνια.
Είδε θάλασσες νάρχονται και να φεύγουν.
Είδε ποτάμια ν αλλάζουν όχθες.
Ε ίδε χιονιάδες που ξεχάστηκαν νηφάλιοι.
Ε ίδε,είδε,είδε.
Κάποτες ήλθαν οι άνθρωποι.
Ο βράχος έκανε παιδιά,πολλά παιδιά.
Εκανε εγγόνια,δισέγγονα,τρισέγγονα.
Ηταν οι πέτρες πούβγαλαν τα μαστόρια.
Μπαμπάς τους ήτανε του μάστορα το χέρι.
Νονός τους ήτανε η των Ελλήνων τέχνη.
Στήριξαν όνειρα αιώνων τα παιδιά.
Σπίτια,καλύβια,αχυρώνες.
Ο μερακλής νονός,το παίδευε το πράμα.
Σκαλίσματα,κεντήματα,της πέτρας αποκτήματα.
Η εκκλησιά και το σχολειό ατένιζαν τον μουσαφίρη.
Αγέρωχα.
Τα γιορτινά τους φόραγαν στον ήλιο και στο χιόνι.
Είμαι και γώ,απόγονος του βράχου.
Κέντημα έχω φυλακτό αιώνων .
Ημουνα δώρο γείτονα ,στον πρώτο μου νοικοκύρη.
Την μέρα που τέλειωσε το σπίτι.
Διακόσα χρόνια πίσω,το σπίτι να στολίσω.
Καμάρωνε ο κύρης μου,καμάρωνα και γώ.
Πόλεμος όμως έγινε,χάθηκε τ αφεντικό.
Εφυγε η χήρα του,παντρεύτηκε στον κάμπο.
Μια μέρα μας φόρτωσαν στο κάρο.
Αδελφές,ξαδέλφες και γειτόνισσες.
Μας ξανάκτισαν ψηλά,αγνάντια στην Πίνδο.
Ηλθαν παληκάρια όμορφα.
Ξανθοί,μελαχρινοί,μουστακαλήδες.
Χρόνια αλησμόνητα,φυλάκιο λέγανε το μέρος.
Η ευτυχία όμως,ανάσα είναι.
Μια μέρα βροχερή,μουντή,φύγανε τα παληκάρια.
Πέρασαν χρόνια εκατό κι ακόμη τόσα.
Ερχονταν στα λυοπύρια μια μεγάλη αρκούδα.
Ξύνονταν στην σκιερή πλευρά της αδελφής μου.
Μας άρεζε που ήμασταν χρήσιμες,πάντα αυτό ήθελα.
Μια φορά στην σκια μας ξαπόστασε ένας ματωμένος.
Ντυμένος ήταν στο χακί.
Τον χώσανε το δείλι,σε λάκο τρανό.
Πάει κι αυτός,άκουσα να λένε
Δυό ζαρκάδια με κέρατα ψηλά μάλωναν.
Κεφάλι με κεφάλι.
Εγινε δρόμος δίπλα μας,ήλθαν ανθρώποι.
Μια μέρα μας ξηλώσανε,την αδελφή μου αντάμα.
Μας χώρισαν,μάλλον για πάντα.
Δεν με νοιάζει,εξάλλου,αυτή είναι η μοίρα της πέτρας.
Με πειράζει όμως που με βάλανε σε τζάκι.
Μυρίζει άσχημα εκεί τα μεσημέρια της μπριζόλας.
Λέρωσα και το κέντημά μου…
Θα περιμένω,ξέρω κάποτε θα φύγω.
Το κέντημά μου μόνο λυπάμαι,το λεκιασμένο
Δεν φταίω εγώ,θα πω στον νέο κύρη.
Ελπίζω να με καταλάβει
Ξέρετε,το κέντημά μου είναι μια γιαγιά,
πιασμένη χέρι-χέρι,με την εγγονή της.
Σωτήρης Δημηρόπουλος
54. Γιατί
Κίτρινες πολυκαιρισμένες φωτογραφίες
παππούδων,γιαγιάδων,εγγονών.
Αυλακωμένα πρόσωπα πατεράδων
στημένα αγέρωχα στου φακού την αμείλικτη όψη.
Εκεί ψηλά ,στου ήλιου την μπούκα,στον Χορτιάτη.
Ολοι έφυγαν πια,θύματα και δολοφονοι,ήρωες και λωποδύτες.
Χάθηκαν όλα,τυλιγμένα στα σύννεφα του μίσους.
Η στάκτη έγινε αέρας,ζεστός –καυτός Λίβας,
που τσουρουφλίζει τα κομμένα πια στάχυα,
και καίει τις ψυχές των μνημοσύνων.
Οι σφαίρες σκούριασαν,κουράστηκαν τον πόλεμο,
και δέσαν με το χώμα.
Το αίμα χάθηκε απ τις πέτρες,
κι ο ιδρώτας του θανάτου εξατμίσθηκε,από χρόνια.
Μόνο φωνές- κραυγές τις νύκτες έρχονταν, των ζωντανών η φρίκη.
Οι πιο πολλές στον ύπνο αυτών που έμειναν,
Και κάμποσες στις μεθυσμένες νύκτες,των δολοφόνων.
Τις νύκτες νίκης,άκου,λέει,νίκης…
Γιατί,πρέπει να ξέρουμε γιατί,να δώσουμε ένα τέλος.
Για την ψυχή της κόρης πούζησε μόνο μια άνοιξη,την ζωή της.
Ανθούλα,την φωνάζανε…
Για την ψυχή του γέρου που δεν ξανάδε το ,,Μασλάκη,,
--στερνή του σκέψη πριν τον άγριο,θάνατο.
Όταν θα βρούμε το γιατί,εμείς κι οι άλλοι,
Θα σβύσουμε απ τα λεξικά του κόσμου,το ολοκαύτωμα.
Ωσπου να βρούμε το γιατί,ας διαβάζουμε στίχους
περισπούδαστους και ψιλομπερδεμένους,
ας καταθέτουμε στεφάνια,σε κιτρινισμένα μάρμαρα,
ας είμαστε περήφανοι γιατι,ζούμε σε ηρώων τόπο
ήρωες μη όντες.
ΥΣ--- Αναφέρεται στο Ολοκαύτωμα του Χορτιάτη Θεσσαλονίκης,την 02-09-1944.Κάηκαν
από τους Γερμανούς, 149 πολίτες,από ενός μέχρι ογδόντα ενός χρονών.
--------Το ,,Μασλάκη,, ,είναι η μαρμάρινη βρύση του χωριού,που ζει μέχρι
σήμερα κάτω από το μεγάλο πλατάνι.[ετών 111]
-----Αφιερώνεται στη μνήμη της Ανθούλας Τράικου ετών 1,…υπήρξε λοιπόν
η Ανθούλα,και… υπάρχει …
Όπως εκατομμύρια Ανθούλες στον κόσμο μας,που δεν θα προλάβουν να σκεφθούν
το γιατί του ερχομού και το γιατί του φευγιού τους…
Σωτήρης Δημηρόπουλος.( α΄ βραβείο Πανελλήνιου ποιητικού
διαγωνισμού του ΔήμουΧορτιάτη ,το 2008)
55. --ΑΘΗΝΑ-Ακόμα διαμαντόπετρα στης γης
το δακτυλίδι; (στίχος του μεγάλου Κωστή Παλαμά)
--------------------------------------------------------------------------
Οκτώ πουλάκια κάθονταν,οκτώ πουλιά λαλούσαν
Στον βράχο της Ακρόπολης,στης γης το δακτυλίδι.
Τόνα από Ζάκυνθο μεριά τάλλο από Γαλαξείδι.
Τόνα Μανιάτης ήτανε ,ταλλο Μεσολογγίτης
Τάλλο της Κρήτης αητός,ίδιος ο Ψειλορείτης.
Εκτο πουλί Σαλονικιό ,έβδομο απο την Πάργα
Και στερνοπούλι όγδοο τους φώναζε αλλάργα.
Είμαι από νησί ποιητών,άρα λοιπόν αξίζω
φώναζε ο Ζακυνθινός,τίποτα δεν χαρίζω.
Είμαι γενειά αγωνιστών,γενειά νοικοκυραίων
Γαλαξειδειώτης έσκουζε καρσί των προπυλαίων.
Τον Τούρκο δεν προσκύνησα,Σαρακηνό δεν είδα
είμαι Μανιάτης φοβερός,και μια έχω πατρίδα
Μόνος εγώ κι ο Βύρωνας τον Κιουταχή βαρούσα,
το Μεσσολόγγι κράταγα,με την Ελλάδα απούσα.
Τον Βενιζέλο γέννησα,ωρέ παληκαράδες
από τις πέτρες της Κνωσσού,σας στέλνω μαντινάδες.
Αμαν λέει ο Σαλονικιός,αμάν βαρύς ο πόθος,
αγιασοφιά ορκίζομαι,εγώ δεν είμαι νόθος.
Την Πίνδο έχω προσκέφαλο και τους Παξούς κλωνάρι
είμαι Σουλιώτης άμυαλος, της λευτεριάς πουρνάρι.
Το στερνοπούλι όρθιο,τους φώναζε ξυπνήστε
εδώ ψηλά στον ουρανό,το βλέμμα σας γυρίστε.
Ω τί μετρό,ώ τι Αττική οδό και Ελαιώνα,
στάδια στο πουθενά,στάδια στον Μαραθώνα.
Ταβάνια έχετε κομψά,ταβάνια Καλατράβα
τα μάρμαρα μαυρίσατε,με της μπογιάς την λάβα.
Τηράτε τώρα τις φωτιές,στο κέντρο της Αθήνας
μήνα στο τέλος της γιορτής,και στην αρχή της πείνας
την διαμαντόπετρα εχάσατε στης γης το δακτυλίδι;
Σωτήρης Δημηρόπουλος.
Γ βραβείο έμμετρης ποίησης,του λογοτεχνικού περιοδικού της Αθήνας. «Κελαίνω»
56. Υπερβορεία
Πέντε πύργοι άπαρτοι
Βαριανασαίνουν αξημέρωτοι
Παρακλάδια άλλων πολιτισμών
Μιαρών και βεβηλωμένων
Ζωντανεύουν μόνο στα παρακαλετά
Της νιοφερμένης πυργοδέσποινας
Στοιχίζονται και αποτείνουν τιμές
Στους ανδριάντες των πεσόντων
Εν μια νυκτί.
Το έδαφος σφυρήλατο υποχωρεί
Στις ιαχές και στη κλαγγή
Έτσι για να χωρέσουν όλοι
Οι φιλόσοφοι
Που πέφτουν απ’τις πολεμίστρες
Σπρωγμένοι από χέρι φύλακα
Βορά στους παραγωγούς
Με την πυργοδέσποινα να σφαδάζει
Από νωρίς
Κάνοντας λάθη σωρηδόν.
Πέντε πύργοι ανύμφευτοι
Άχραντοι στα νύχια των βαρβάρων
Των τοξοβόλων και των δισκοβόλων
Που όρισε ο Μύρωνας να ηγούνται
Αρμύρα στο μέταλλό τους και σκουριά
Αχρηστεύουν τις πύλες
Που η πυργοδέσποινα λαχταράει
Με βλέψεις επεκτατικές
Να διαλύσει το κίβδηλο
Και να το σκορπίσει μια
Για πάντα
Στον αέρα
Πέρα από τα όμορφα κάστρα της
Ψευδεπίγραφα οικόσημα
Στο βασίλειο του Πουθενά.
Ράνια Παπαζήση
57. Γυναίκες στα δημόσια λουτρά
Μ’ αρέσουν τα δημόσια λουτρά όπως αυτά που βρίσκονται σε μια δημόσια
πισίνα ή σε ένα κολυμβητήριο. Μ’ αρέσει το νερό που τρέχει από ψηλά,
τους «καταιονητήρες» όπως λεγόταν παλιότερα σωστά στη γλώσσα μας, γιατί
η πίεση του νερού στο κορμί είναι μεγαλύτερη όταν πέφτει σχεδόν από
την οροφή! Κάνεις ζεστό ντους και αμέσως μετά χλιαρό ή εντελώς κρύο
μόλις βγεις από την θερμαινόμενη πισίνα.
Μ’ αρέσουν τα δημόσια λουτρά! Ένας χώρος παλιός, χωρίς σύγχρονες εγκαταστάσεις
αλλά κοινόχρηστος, με ντους συνεχόμενα χωρίς πόρτα, χωρίς διαχωριστικά.
Οι γυναίκες μπορούν να συζητούν μεταξύ τους, να εκφράζονται, ενώ κάνουν
ντους! Να παρατηρεί η μία την άλλη!
***
Οι ωραίες γυναίκες με αρμονικές αναλογίες εκμαιεύουν σεβασμό.
Αρμονικά μέλη, αναπτυγμένα σε καμπύλες βγαλμένες λες από αρχαία ελληνικά
αγάλματα. Είναι θαυμάσιο πόσο πολύ πιστά αποδίδουν ορισμένες γυναίκες
τις κλασσικές αναλογίες στην Ελλάδα. Σχεδόν είμαι ευτυχισμένη που τις
βλέπω!
Βέβαια η κάθε μία έχει τις ιδιαιτερότητές της: άλλοτε μικροί γοφοί,
πεταχτά στήθια, λεπτοί μηροί. Είναι συγκεκριμένες οι μαθηματικές αναλογίες
που κάνουν την αρχαία ελληνική κλασσική ομορφιά. Όμως βλέπω σ’ αυτές
τις όμορφες γυναίκες μια χάρη, πώς κινούν το σώμα τους με μια αρμονία
κίνησης διαλεχτή, εντελώς διαφορετική από την νευρική ομορφιά των γυναικών
σήμερα.
***
Υπάρχουν όμως και οι άλλες γυναίκες: οι γερασμένες, οι ώριμες, οι νωχελικές.
Γυναίκες που παραμένουν θηλυκές, οι πενηντάρες ή εξηντάρες- είναι αυτές
που προκαλούν περισσότερο τα αισθήματά μου και μου αποσπούν το ενδιαφέρον
μου.
Τις βλέπω μπροστά μου να λούζονται, να κάνουν ντους, να βάζουν κρέμα
στο σώμα τους ή να ντύνονται στα αποδυτήρια. Να περιποιούνται τον εαυτό
τους. Αυτή η γυμνή γυναικεία κατασκευή μου προκαλεί τον θαυμασμό για
το ώριμο ή ακόμα και το γερασμένο γυναικείο σώμα!
Δεν μπορώ να εκφράσω εύκολα τι νοιώθω μπροστά στ’ αυτά τα ώριμα γυναικεία
κορμιά. Είναι γυναίκες που γυμνάζονται για ν’ αντιμετωπίσουν κάποιο
πρόβλημα υγείας, όχι όπως οι νεώτερες κοπέλες που αθλούνται. Ώριμες
γυναίκες με δεδομένη την παρουσία τους στο χώρο. Το πιο βασικό: έχουν
αποδεχτεί το κορμί τους, αυτό ακριβώς, έτσι που είναι! Αυτό βέβαια είναι
επιπλέον το κύριο γνώρισμα των γυναικών κάθε ηλικίας που γυμνάζονται.
Κορμιά που ξέρουν τι θα πει θέλω και τι μπορώ, τι μπορώ να δώσω. Τι
έχω δώσει και πόσα έχω πάρει, στη ζωή μου. Κορμιά πού δεν είναι εξαρτημένα
από την διαφήμιση, την κατανάλωση ή τα στερεότυπα των εντύπων.
Όταν αυτές οι γυναίκες ντύνονται και μπαίνουν στην καθημερινότητα,
η μαγεία του γυμνού κορμιού χάνεται. Μ’ αρέσουν τα κοινά λουτρά! Κάθε
φορά το λουτρό είναι για μένα μια δημόσια εμπειρία, μια μελέτη γυμνού.
Κι όμως όλα γίνονται μέσα στη βιασύνη μας να ντυθούμε ή να περιποιηθούμε
τον εαυτό μας στο χρόνο που μας επιτρέπεται και που διαθέτουμε, στον
ρυθμό μας της καθημερινότητας, μέσα στην υδροκέφαλη, αστική καπιταλιστική
πόλη, όπως είναι η Αθήνα.
Πόση ομορφιά
στην ασχήμια ώριμου
γυμνού σώματος.
Αθήνα Οκτώβρης
Πέπε Αναστασία
58. Μπαλάντα της οδού Αγγέλου
Χανια
Βοριάς θαλασσινός, νυχτερινός, περνά
Απ’ το στενό σοκκάκι και σφυρίζει
Έρχεται από μακρυά. Ανακατεύει τα μαλλιά
Τους δημιουργικούς θυσάνους του μυαλού μου
Πολιορκεί την μνήμη. Πίσω, πίσω του αφήνει
Τη στριγγιά φωνή της τύψης, της προσοχής
Ρουφά κάθε ασήκωτη πτυχή απ’ την ψυχή
Ψιθυριστά γεννά ήχους πελάγους αρχέγονης σιωπής.
Έφηβοι κατεβαίνουν το στενό. Οι ήχοι τους
Διαταράσσουν τη σιωπή. Ορμούν στο μέλλον
Σαν πίδακες ερμητικά κλειστοί γλιστρούν
Συναγωνίζονται οι λέξεις το άυλο παρόν.
Μ’ αρέσει που ορμά τη νύχτα στα Χανιά
Τρελός Βοριάς. φυσά υγρός και συντονίζει
Τους ήχους της καρδιάς με το κατόπιν μου
Κάνει υπέρβαση απ’ την φαιά ουσία μου.
Η αδιόρατη μελαγχολία της ψυχής πεθαίνει
Στις στοιβάδες της λιθοδομής, της πέτρας
Μες στο παλιό το Βενετσιάνικο Λιμάνι.
Κορίτσια ωραία περνούν κάτω απ’ το μπαλκόνι.
Οι άντρες με τον ωραίο βηματισμό
Τον αέρα στα μπούτια που ακμάζει.
Ψιθυριστά μιλούν κι ο ήχος τους αερικό
Βουτά με τον Βοριά στο φεγγαρόφωτο.
Αγέρας αερίζει την κοιλιά, τα σπλάχνα μου.
Τα γόνατα λυγίζουν. Ορμές, πόθοι ξυπνούν!
Κι αυτή η αρχαία ευχαρίστηση να τρέμει μέσα μου.
Επιλογή μου σήμερα εδώ στο μπαλκονάκι
Της οδού Αγγέλου. Σκουριάζουν σιδεριές
Μα τα μαντέμια αστράφτουν νύχτα στην αλμύρα.
Κι ο ουρανός απ’ τα διάτρητα παλιά σπίτια
μου φέρνει μήνυμα αισιόδοξο της αυριανής μέρας.
Χανιά Νοέμβρης 2009
Πέπε Αναστασία
59. Μετανάστευση
Αποδημητικά πουλιά!
Ηχούν μες στην ψυχή μου
Σαν σε μακρινό αστέρι στοιχισμένα
Όνειρα φευγαλέα σαν να κατοικούν
Και πάνε.
Πίσω μην κάνεις, ώ ψυχή!
Πανέμορφα τοπία κινούμενη
Κι άλλα σημαντικά να βλέπεις
Ακίνητη μη μείνεις
έτσι, ποτέ!
Κι ως ακουμπώντας στους μαστόρους όλους
Μαζί σου θ΄ αντικρίζουν το ποιόν του Ήλιου
Για ακόμα μια φορά θα μένεις μόνη!
Ολόκληρη και διχασμένη- στην τόση ομορφιά
και την πικρία.
***
Στίχους απλά να φτιάχνεις και να ζεις
Και να δουλεύεις, ακοίμητη πάντα
Ώσπου να σβήσει το χαμόγελό σου
Κι η απαντοχή σου
ανάμεσα
Σε κείνους που θησαύρισαν στα πλούτη
Πίσω δεν έκαναν διόλου να συνταιριάξουν
Με την άκρα νοημοσύνη του συνόλου
Και σ’ όσους έπλευσαν ελεύθερα
μονάχοι
Ώστε να αποδόσεις στον καθένα όσα του αξίζουν!
Μονάχα η πλεύση στ’ όνειρό μας
Ίσια, ευθυτενής και σίγουρη πάντα να μένει
Κόντρα σ’ ανέμους, αγριοκαίρια, κύματα
θαλάσσης.
22 Μάη 2007
γραμμένο στον κήπο μας
γυρίζοντας από το πανηγύρι της Αναλήψεως
στο εκκλησάκι της Τήνου, στον Πάνορμο με τους τηνιακούς μαστόρους και
τον Βαγγέλη Φιλιππότη.
Πέπε Αναστασία
60. Ο δρόμος του Βάκη
Τον φώναζαν Βάκη αλλά το πραγματικό του όνομα ήταν Φανούρης.
Κανείς δεν θυμάται ποιος τον πρωτόπε έτσι και γιατί.
Λογική συνάφεια δεν υπήρχε ανάμεσα στα δύο ονόματα για να πεις ότι το
ένα παρέπεμπε στο άλλο. Στην πραγματικότητα το καθένα ξεφύτρωνε από
διαφορετική ρίζα αν και το Βάκης έμοιαζε περισσότερο με παραφυάδα παρά
με βαφτιστικό λουλούδι.
Το μυστήριο δεν λύθηκε ποτέ αλλά πλέον κανείς δεν νοιαζόταν.
Με τον καιρό συνήθισαν όλοι να τον φωνάζουν με το υποκοριστικό του.
Ηταν καλό ανθρωπάκι αλλά κομμάτι χαζός. Παραφωνία. Την ίδια στιγμή που
όλοι στη γειτονιά τραγουδούσαμε τον ίδιο ανιαρό σκοπό. Δεν πείραζε κανέναν.
Κι ας είχε την κοψιά προϊστορικού μαμούθ που καθώς περπατούσε πάνω κάτω
τον κεντρικό δρόμο, τα παπούτσια του καταπόντιζαν την άσφαλτο.
Κάθε βράδυ τα παιδιά της παρέας πήγαιναν κάτω από το παράθυρό του και
του πετούσαν πέτρες και νεράντζια. Πήγαινα κι εγώ μαζί τους αλλά πέτρα
δεν πέταξα ποτέ. Το ορκίζομαι. Ισως γιατί είχαμε και στη δική μου οικογένεια
έναν Βάκη που τον έλεγαν Νεκτάριο και οι θειάδες μου πρόλαβαν να τον
κλείσουν σε ίδρυμα πριν γίνει δέκα χρονών.
Οι πέτρες έπεφταν σαν χαλάζι και τότε ο Βάκης ολότελα αποσβολωμένος
κατέβαινε με τις πυτζάμες στο δρόμο και μας παρακαλούσε να σταματήσουμε
για να μην ξυπνήσουμε τη γειτονιά.
Κάθε βράδυ το ίδιο πράγμα.
Ωσπου κάποια στιγμή δεν κατέβηκε. Ηταν παραμονή Χριστουγέννων και να
χιονίζει πριονίδι από το πρωί και το κρύο να τσούζει το δέρμα σαν βρεγμένη
βίτσα. Πήγαμε να του πούμε τα κάλαντα με το δικό μας τρόπο. Αλλά αυτός
ούτε που φάνηκε στο παράθυρό του.
Και όσο δεν κατέβαινε δώστου εμείς να φωνάζουμε και οι πέτρες να πέφτουν
στον τοίχο της χαμοκέλας του και να σκάνε στο δρόμο σαν μπάλες του μπέιζμπολ.
Ο Ανδρέας που περνιόταν για αρχηγός της αγέλης αποφάσισε να ανέβει στο
σπίτι του και να τον ξυπνήσει με το ζόρι. Κατέβηκε στο λεπτό και ήταν
πανιασμένος σαν βρόμικο στουπί.
Ο Βάκης είχε πεθάνει.
Τον βρήκε ξαπλωμένο στο πάτωμα γυμνό και ξυλιασμένο.
Το χιόνι συνέχισε να πέφτει βλογιοκομμένο πάνω από τα κεφάλια μας αλλά
τρέξαμε τόσο πολλή εκείνο το βράδυ από την τρομάρα μας που ο ιδρώτας
έσταζε στα πρόσωπά μας κρυστάλλινος.
Ο δρόμος ήταν κρυμμένος στην καρβουνόσκονη της Νίκαιας σαν σπασμένο
δόντι ανάμεσα σε προσφυγικά αλλά ποτέ κανείς δεν τον ξανάπε με το όνομά
του.
Ολοι τον έλεγαν «ο δρόμος του Βάκη».
Δεν θυμάμαι ποιος τον πρωτόπε έτσι αλλά ξέρω το γιατί.
Κάποιος μίλησε για τύψεις. Εγώ λέω πως ήταν γραφτό του να πάρει αυτό
το όνομα που ηχούσε πάντα παράξενα στους νεοφερμένους.
Το σπίτι του Βάκη δεν υπάρχει πια. Το έδωσε ο Δήμος για αντιπαροχή.
Τη μέρα που το γκρέμιζαν πήγα στο ίδρυμα και συνάντησα για πρώτη φορά
το Νεκτάριο.
Του μίλησα για τον Βάκη. Δεν μιλούσε μόνο με άκουγε.
Αλλά στο βάθος των χαζών του ματιών είδα μια σπίθα παρόμοια μ? εκείνη
του Βάκη.
Και με πήραν τα κλάματα.
Γαμώτο με πήραν τα κλάματα.
Διονύσης Μαρίνος
61. Cult εμμονές σε μια mainstream κοινωνία
Ψοφίμι! Ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα και τρως μπουνιές στο στομάχι. Σου
κόβουν την ανάσα και έπειτα ουρλιάζεις φτύνοντας σάλια με αίμα. Έχεις
διπλωθεί στα δύο και σφίγγεις τα μάτια σου. Τα δάκρυα όμως βρίσκουν
το δρόμο. Βγαίνουν έξω στο βρομερό κόσμο και κυλάνε στο πρόσωπό σου-
σκονισμένα διαμάντια στα μάγουλά σου.
ΕΧΕΙΣ CULT ΕΜΜΟΝΕΣ- ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ!!!
Φαντάζεσαι δέντρα ψηλά, δυνατά και αιωνόβια, βάζεις λουλούδια στις κάννες
των όπλων,
σιχαίνεσαι τις κλειδαριές και αγαπάς τον άνεμο που γνωρίζει όλη τη γη
και ενώνει τις μυρωδιές των ανθρώπων. Θέλεις να ζήσεις σ' ένα μέρος
που ο ήλιος δε θα προκαλεί εγκαύματα και η θάλασσα δε θα έχει κηλίδες
πετρελαίου αλλά γεύση γρανίτα φράουλα.
Ρομαντικέ! Σου αρέσουν τα χωριουδάκια της Κέρκυρας, σπίτια χαμηλά και
πλατείες.
Στις λεωφόρους που διασχίζουν τις πόλεις θες να κρεμάσεις πανό που να
υμνούν την ελευθερία
και στα σχολεία όχι άλλα κάγκελα! Μισείς τους καθηγητές γιατί δε μοιάζουν
στους δασκάλους του Λουντέμη.
Ανόητε! Πάνω στα τείχη θες να ανεβάσεις ζογκλέρ και ακροβάτες να χορεύουν
και να δίνουν παραστάσεις για τα μικρά και μεγάλα παιδιά κάθε Κυριακή
απόγευμα. Να χορεύουν και να στροβιλίζονται, να στροβιλίζονται... Οι
αναμνήσεις σου να στροβιλίζονται και αυτές, να γυρνούν γύρω- γύρω μέχρι
να ανέβουν στον ουρανό.
Καταραμένε! Τις πνίγεις στο αλκοόλ. Έχεις αποκτήσει και άλλες σιχαμερές
συνήθειες, καπνίζεις πολύ, καταναλώνεις άσκοπα και ψάχνεις δρόμους προς
τη λήθη. Φοβάμαι πολύ, στ' αλήθεια πολύ για σένα. Φοβάμαι όταν αντικρίζω
το χλωμό σου δέρμα, τα ανακατεμένα θαμπά μαλλιά και τα κουρασμένα σου
μάτια...
ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ;
Σε τραβάω να σηκωθείς, σου σκουπίζω τα σάλια, το αίμα, τα δάκρυα, σ'
αγκαλιάζω και σε βάζω να κοιμηθείς.- “ Λίγη ξεκούραση για τον αγαπημένο
μου θνητό με τα κουρασμένα μάτια”- Μα δεν φτάνει, είσαι μόνος σου, ολομόναχος,
εσύ και οι cult εμμονές σου σε μία mainstream κοινωνία!
Μαρία Δημηροπούλου
62. Η τέχνη στους δρόμους
Στους πολυσύχναστους δρόμους, στα παράθυρα των τηλεοράσεων, στα δικαστήρια,
στα ερμητικά κλειδωμένα σπίτια μας όλοι φωνάζουμε γιατί φοβόμαστε τη
σιωπή που σπρώχνει το φτωχό μυαλό στη θύελλα της ανεξέλεγκτης σκέψης.
Φωνάζουμε άνευ λόγου, από συνήθεια, τόσο δυνατά που δεν ακούγεται τίποτα
άλλο από μία βαβούρα. Χαρά, θλίψη, οργή, παραίτηση, έρωτας, ρουτίνα,
φιλία, αποξένωση, όλα αυτά σκορπισμένα στον αέρα, σ' ένα δηλητηριασμένο
από την ανθρώπινη επέμβαση οξυγόνο...
Στόματα ανοιχτά σαν ανεκπλήρωτες επιθυμίες θα δεις παντού. Μοιάζουν
με χελιδόνια σε φωλιά που περιμένουν τη μητέρα τους να τα ταΐσει. Μα
κανείς δε θα τους πει ότι η Μητέρα Φύση πέθανε μία αυγή από ανθρώπινο
χέρι; Κρατούσε όπλο και σημάδευε δήθεν για χόμπι. Έτσι, η κατανόηση,
η ανθρωπιά, η φαντασία, ο αυθορμητισμός, ο ρομαντισμός έμειναν ορφανά
και πεινασμένα. Τελευταία τους ελπίδα η Τέχνη, να τα αναθρέψει, να τα
μεγαλώσει και να τα ξαναζωντανέψει μες τις ζωές των ανθρώπων της πόλης.
Μαρία Δημηροπούλου
63. Στο δρόμο της ενηλικίωσης (βλέπω εσένα)
Είμαι στο μπάνιο, σκουπίζομαι από τα αίματα της περιόδου μου.
Σκέφτομαι πως αν αυτό το αίμα κυλούσε φρέσκο, ζεστό από τις φλέβες μου
ίσως κάτι να είχε αλλάξει. Ίσως το κόκκινο, σκούρο, πηχτό χρώμα του
να συμβόλιζε την προσωπική μου επανάσταση.
Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη τόσο ξένο, τόσο οικείο,
τα μάτια μου φαίνονται τόσο πιστά και τόσο επίορκα.
Εμπιστοσύνη ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό, τρομαχτικό και ρεαλιστικό.
Οι άνθρωποι μου μοιάζουν απειλητικοί.
Στο μυαλό μου διαρκώς φόνοι, βιασμοί, αρρώστιες, η τρομοκρατία όχι ακόμα.
Τι θα κάνω μ' αυτόν το φόβο, το μόνιμο, τον καταλητικό που με περιορίζει,
που είναι πλέον εμφανής, τόσο έντονος, μόνιμος φόβος, πως θα ζήσω μ'
αυτό;
Βλέπω τους ανθρώπους που περπατούν και τραγουδούν ελεύθεροι στους δρόμους
της πόλης,
στους δρόμους που σ' αυτούς χαρίζουν ελευθερία.
Βλέπω εσένα και θα 'θελα να σου μοιάζω.
Εμείς μεγαλώσαμε μαζί.
Ρίζωσαν μέσα μας σε 'κείνη την παιδική ηλικία οι ίδιες ιδέες, τα ίδια
πιστεύω, η ίδια μορφή σκέψης
και ο χρόνος μας χώρισε ξανά και ξανά
και άνθισαν μέσα μας με διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικά περιβάλλοντα
και γίνανε λουλούδια της φιλίας, της αγάπης, της κατανόησης.
Λουλούδια σαν τα λουλούδια των παιδιών των λουλουδιών που σ' αρέσουν...
Κι εγώ μικρόψυχη φοβάμαι ακόμα κι εσένα...
συγνώμη...
Προδοσία.
Οι σκέψεις αυτές έκαναν το βλέμμα μου υγρό,
τώρα όλα θολά και θαμπά στον καθρέφτη.
Κι ο νιπτήρας βάφεται μ' ένα σκούρο, πηχτό χρώμα- φρέσκο, ζεστό αναβλύζει
από μέσα μου-
και με τυλίγει η θαλπωρή της επιλογής, της πιο αμφιλεγόμενης επιλογής.
Όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από λέξεις στο χαρτί,
από μία εικόνα που ζει κάποιες μέρες στο μυαλό μου,
που θα ξεθωριάσει όπως τόσες
μα η αίσθησή της και η μεταλλική γεύση του αίματος μ' ακολουθεί.
Μαρία Δημηροπούλου
64. Το περίπτερο
Μέσα σου κρύβεις τόση ζωή, προσφέρεις, χαρίζεις πουλάς, αγοράζεις,
χαμογελάς.
Γύρω σου περαστικές οι αναμνήσεις σου χαμογελούν.
Οι ψυχές που κρύβεις μέσα σου είναι κουρέλια και χαρτί, υγρά και σταθερά
στοιχεία, που ακόμη κι αν φύγεις, θα σε κρατούν ζωντανό, γιατί μέσα
σου κρύβεις ζωή και ιστορία που μόνο εσύ ξέρεις.
Μάγδα Καπριανού
65. Η ψυχή
Το να ψάξεις να βρεις μέσα σου αυτό που κρύβει η καρδιά σου είναι μεγάλο
τόλμημα.
Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, αυτό που θα βρεις να μην ταιριάζει σε τίποτα
με αυτό που ήθελες πάντα να είσαι.
Ένα να ξέρεις όμως, είναι δικό σου κι ακόμη κι αν το αρνηθείς ή προσπαθήσεις
να το σκοτώσεις, θα αποτύχεις.
Η ψυχή είναι ένας κάμπος άβατος, μια πόλη απόρθητη, ένας λαβύρινθος
χωρίς διέξοδο, μια αγάπη δίχως αύριο……
Δε σου ζητώ να συμβιβαστείς με αυτά που σου προσφέρονται γιατί τότε,
το μόνο πράγμα που θα καταφέρεις θα είναι να σκουριάσεις το σίδερο της
ψυχής σου.
Πάλεψε, όσο μπορείς….
Κι αν τελικά χάσεις τον κόσμο σου, ένα πράγμα δε θα χάσεις, την ψυχή
σου• σ’ αυτήν μόνο οφείλεις, σ’ αυτήν και σε κανέναν άλλο.
Πάλεψε όσο μπορείς…
Κι όταν κουραστείς, γιατί άνθρωπος είσαι κι εσύ, διάλεξε τον πιο ανώδυνο
θάνατο για να σκοτώσεις την ψυχή σου.
Πάλεψε όσο μπορείς…
Την παιδική σου καρδιά μη σκοτώσεις και τις αναμνήσεις που έκρυψες στα
σεντούκια του μυαλού σου!
Μάγδα Καπριανού
66. Ποδηλατόδρομος
Πήρα πάλι το ποδήλατο και βγήκα στους δρόμους της πόλης μου, της πόλης
που τόσο αγαπώ και λατρεύω, της πόλης που μακάρι να μη χρειαστεί να
απαρνηθώ ποτέ.
Κάτω Ηλιούπολη- Μέγαρο Μουσικής. Κάποιος είπε είναι τριάντα χιλιόμετρα,
εγώ λέω είναι δύο ώρες πάνε έλα. Κουραστικός δρόμος πάνω σ’ ένα ποδήλατο,
που κανείς δε δίνει σημασία, μόλις όμως φτάνω στο λιμάνι, τα ξεχνάω
όλα! Ανεβαίνω πάνω στην προβλήτα και νιώθω πως επιβιβάζομαι στην ιστορία.
Πατώ πάνω στα τείχη ούτως ή άλλως! Όμορφα θα ‘ταν εκείνα τα χρόνια που
τα καραβάκια πηγαίνανε βόλτα τους λουόμενους στις απέναντι παραλίες,
που ο κόσμος έκανε μπάνιο σ’ αυτή τη θάλασσα, που το τραμ περνούσε πάνω
από εδώ που περνάω τώρα εγώ…
Αχ, αυτή η θάλασσα, η πολύπαθη…
Βρώμικη, προσπαθεί να μαζέψει τη βρωμιά της σε γωνιές και εσοχές να
μη τη δουν οι τουρίστες και αηδιάσουν, να μη τη δούμε εμείς, οι δικοί
της άνθρωποι και μαραζώσουμε ακόμη περισσότερο…
Λάμπει!
Παρόλα αυτά λάμπει πιο πέρα η νύφη του Θερμαϊκού, μέσα στο δανεικό της
φόρεμα του εκσυγχρονισμού, με τα στολίδια της το Λευκό Πύργο μπροστά,
ότι απέμεινε από το δάσος του Σέιχ Σου, πίσω. Πόσο σ’ αγαπώ! Πόσο σε
λατρεύω, κι ας άλλαξες! Ξέρεις τόσα πολλά από μένα, ξέρω τόσα λίγα για
σένα!
Ψαράδες κατά μήκος της παραλίας και περιμετρικά του Μεγάρου Μουσικής.
Ψαρεύουν, κι εκείνη τους δίνει. Προσφέρει όλα τα καλούδια της! τα ψάρια
της, την αγάπη της, την αποξένωση που βιώνουμε πλέον κι εμείς εδώ!
Μυστικοί κήποι, κήπος της μελωδίας, κήπος της αρμονίας, κήπος γενικά.
Έχω ένα μυστικό, που ούτε στον εαυτό μου το φανερώνω. Είναι ένας άνεμος
αδιάφορος μα τόσο θεληματικός που θέλει να μπει μέσα μου κι ενώ εγώ
ξέρω πως δεν πρέπει, πλέον τον θέλω…
Δεύτερο μυστικό. Μην αφήσεις τα πρέπει σου να καταλάβουν τα θέλω σου.
Εγώ το κάνω και πίστεψέ με υποφέρω…
Μέγαρο Μουσικής!
Έφτασα επιτέλους! Στρίβω το τιμόνι. Ανάσα να πάρω δύναμη.
Επιστροφή…
Μάγδα Καπριανού
67. Ελληνικός ο δρόμος
Είσαι κι εσύ ένα μέσο για ν’ ανακαλύψω την ειρήνη .Με προκαλείς να
σε περπατήσω σαν άλλοτε για να κερδίσω ένα βραβείο, ένα κλωνάρι ελιάς
γυρισμένο σε στεφάνι ,ίσα-ίσα να φορεθεί στο κεφάλι μου! Η αλήθεια είναι
ότι νιώθω μια πίεση , έναν εξαναγκασμό από τον εαυτό μου φυσικά ,που
όλο και με παροτρύνει να τολμήσω το εγχείρημα κι ας είναι δύσκολο .
Τώρα που το σκέφτομαι ,ε, είναι αρκετά δύσκολο ,αλλά και το τέλος ,το
τέλος σ’ αποζημιώνει γιατί σε οδηγεί σε μια νέα αρχή, έχεις και λόγο
και τρόπο να υπάρξεις.
Πήρα την απόφαση. Θα πορευτώ ως άλλος Μαραθωνοδρόμος να απολαύσω τις
ομορφιές της Ελλάδας ,να αισθανθώ άνθρωπος, να αφήσω πίσω συνήθειες
αβάσταχτα πιεστικές, να δω πώς είναι το φως της λευτεριάς ,πώς είναι
να σ’ αφήνουν πίσω τρένα κι αυτοκίνητα ,κι εσύ μόνος με τη σκέψη συντροφιά
να τολμάς να φτάσεις για μια φορά έναν στόχο σ’έναν ελληνικό δρόμο.Θα
είμαι ο μόνος;
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
68. Οι Δρόμοι
Μαύρη ράχη, σκληρή
Πυρακτωμένη στο κατακαλόκαιρο
Υπομένει
Την πίεση των βαριών τροχοφόρων
Και διαλέγεται
Με σιδερένιες κατασκευές
Που χρόνια κουβαλούν
Τις άψυχες δημιουργίες
Εκείνων
Που θάρρεψαν
Πως η ύλη είναι το παν.
Μαύρη ράχη σκληρή
Παγωμένη στο καταχείμωνο
Κι η ματιά σου την ακολουθεί
Πιστά
Με περιορισμένες εξαιρέσεις
Οδεύοντας στον τόπο
Που ο νους βουλήθηκε να συναντήσει..
Όλοι οι δρόμοι
Με τις μαύρες ράχες
Μαζί μας γράφουν
Την ιστορία
Και δίνουν νόημα στα ταξίδια μας.
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
69. Δρόμοι ανηφορικοί και δύσκολοι.
Ακόμα κρατώ το μήνυμά του στο κινητό μου τηλέφωνο. Λιθόστρωτος ,ανηφορικός
,φιδωτός και δύσκολος! Αυτό μου έγραψε ο Χάρης όταν του ζήτησα να μου
πει με δυο κουβέντες τι θα συναντούσα αν επισκεπτόμουν το χωριό του.
Το κρατάω, δε θα μπορούσα άλλωστε να το σβήσω μετά την ανάβαση μου ως
εκεί .Ήθελα σώνει και καλά να περπατήσω έναν παλιό δρόμο επισκεπτόμενη
ορεινά ελληνικά χωριά μετά τη μακρόχρονη απουσία μου στο Σικάγο.
11 Αυγούστου 2010 ,του Αγίου Εύπλου. Από μικρή κοιτάζω και το εορτολόγιο,οι
συνήθειες, συνήθειες. Έχω βγει από την Εγνατία οδό και ετοιμάζομαι να
ανηφορίσω .Βλέπω τα χωριά γαντζωμένα στις πλαγιές του συννεφοσκέπαστου
βουνού και για μια στιγμή δειλιάζω ,αλλά το στοίχημα ,στοίχημα.
Το αυτοκίνητο θα σταματήσει μετά από έξι χιλιόμετρα ανηφορικού φιδωτού
δρόμου και οι λαμαρίνες του θα τρίζουν από τη θερμοκρασία για κάμποσα
λεπτά. Η πρώτη πινακίδα που δείχνει τον παλιό δρόμο είναι μπροστά μου
,αλλά η όλη αμφίεσή μου, μαρτυρεί την αδυναμία μου να πορευτώ ως το
παλιό σπίτι του Χάρη .Του τηλεφωνώ ή μάλλον επιχειρώ να τηλεφωνήσω αλλά
μου δείχνει ανεπάρκεια δικτύου. Μια ψιλοαπογοήτευση και ο από μηχανής
θεός φάνηκε με ένα κατάφορτο μουλάρι που, σκεφτείτε ,το ακολουθούσε
κρατώντας την ουρά του. -Μια στιγμή να έρθω μαζί σας. Πάω στο Χάρη τον
εγγονό του Χαρίλαου του ράφτη .Δεν είπε πολλά μόνο ψέλλισε : εε, καλύτερα
να βρισκόσαστε στην πόλη ,γιατί σε κάλεσε εδώ !Ακολούθησα. Έβλεπα τον
ήλιο να ξετρυπώνει από τα σύννεφα ,τα φύλλα των δέντρων να αλλάζουν
χρώμα και μια έντονη βουνίσια μυρωδιά ανάκατη, να τρυπάει τα ρουθούνια
μου. Τι χρώματα ,Θεέ μου ,τι τοπίο, τι συναισθήματα !Όσο ανεβαίνω η
κούραση μεγαλώνει αλλά η εικόνα των κρεμαστών σπιτιών γύρω ,με αποζημιώνει.
Αφήνω τον χωρικό να φύγει μπροστά και κάθομαι σε μια πέτρα να γράψω
αυτό το κείμενο ως ενθύμιο της δυσκολίας μου να περπατήσω έναν ελληνικό
δρόμο σ’ένα παλιό ορεινό χωριό ως έκφραση της επιθυμίας μου για ένα
τέτοιο εγχείρημα! Το ρολόι μου δείχνει δέκα και σαράντα πέντε.Το λιθόστρωτο
με περιμένει, μου δείχνει στη στροφή του, γκρεμό γιατί σταματούν οι
συστάδες των δέντρων και στο βάθος φαίνονται κι άλλα πολύκορφα βουνά.
Θεέ μου Πρωτομάστορα, αναφώνησα. Σηκώνομαι ο Χάρης μου λέει τώρα στο
τηλέφωνο πως έφτασα. Εκεί που σταματάει ο δρόμος, με περιμένει! Κι εγώ
γράφω :οι δρόμοι νέοι και παλιοί είναι η ιστορία μας ,η ζωή μας κι αν
είναι ανηφορικοί και δύσκολοι ,μας μαθαίνουν πως η ζωή έχει αξία μόνο
αν την περπατήσεις.
Άννα Δεληγιάννη-Τσιουλπά
70. Σκαρίφημα
Δρόμοι φωτεινοί, που σκύβεις μη σε αναγνωρίσει κανένα μάτι ή μη σου
καρφωθεί κάποιο κλαρί σκέψης στο κεφάλι…
Άνθρωποι σκυφτοί, αποφεύγουν τις στάλες της βροχής σαν υποχρεώσεις,
μα εμβαπτίζονται σε γιομάτες πύον λακκούβες. Φοβούνται να κοιτάξουν
ο ένας τον άλλο στα μάτια πια...
Ερυθρόδερμοι μουσικοί, νέγροι ακροβάτες και κάτι ξεθωριασμένα παιδάκια
να κρέμονται απ΄ τα χέρια των γονιών κι οι γονείς από την τύχη του δρόμου
που, τρόπον τινά, διάλεξαν. Στη γωνία, πάντα προκλητική η αστυνομία
των σκέψεων και πράξεων, δυο πουλιά σαν σφαίρες περνούν ξυστά απ΄ το
κεφάλι μου και σφηνώνονται στα σελάχια των αστυνομικών. Χαμογελώ και
τους παρατηρώ να κοιτούν οκνηρά τους φορτοεκφορτωτές που ξετυλίγουν
ένα τεράάάάάστιο γκρι ρολό μες την πόλη ως μακριά-μακριά στη χάση του
ορίζοντα... Σκέφτομαι πώς κάτι κακό ετοιμάζουν... Η καχυποψία άλλωστε
μοιάζει με τις ρωγμές της ασφάλτου ή με τις ρυτίδες στο μέτωπο των ανθρώπων
όπου φορτία σκέψεων πέρασαν…
Οι δρόμοι, λένε, είναι οι χαμένες τροχιές των άστρων στη γη που οι άνθρωποι
δεν άντεξαν κι όλο υπονόμους άνοιξαν.
Νικολαΐδης Βασίλης
71. Μόνη
Μακάρι να ήμουν μια μικρή λευκή πεταλούδα. Να πετάω γρήγορα και παιχνιδιάρικα
δίπλα απο τους άλλους και ύστερα ως δια μαγείας να χάνομαι απο κοντά
τους!
Έτσι θα τους άφηνα μια μικρή γλυκιά ανάμνηση. Όπως κάθε τι που κρατά
λίγο και μας εχει δώσει χαρά. Να μη χρειάζεται όταν περπατώ να κουβαλώ
και τη σκιά μου μαζί μου... Να σταματήσω να προσπαθώ να κρυφτώ μέσα
της για να μη με δουν τα μάτια γύρω μου. Είναι τόσο αδιάκριτα, τόσο
κακοπροαίρετα. Δε τα θέλω να με κοιτούν. Δε ξέρουν τι είναι να νιώθεις
μόνος και να κρύβεσαι γι'αυτο. Ο πόνος. Ο πόνος είναι όλος δικός μου
και εχω ολο το χρόνο στη διάθεση μου για να τον γνωρίσω. Να τον κάνω
κομμάτια και να τον αναλυσω. Να ζήσω μ'αυτον κι αυτος με μένα, γιατί
πάντα μαζί μου θα'ναι... Περπατώ στο δρόμο και θέλω να χαθώ. Δεν είναι
και τόσο άσχημα να χάνεσαι. Σιγά σιγά ολα γύρω σου θολώνουν, σα να θέλουν
κι εκείνα να κρυφτούν. Όλα είναι θολά, μέχρι και το σημείο που πηγαίνεις!
Δε το βλέπεις, περπατάς απο ένστικτο. Κάθε σου βήμα είναι και η πραγματικότητα
που σου εμφανίζεται. Αλλά μόνο μπροστά στα πόδια σου, τα υπόλοιπα παραμένουν
θολά. Κι όμως, νιώθεις σιγουριά γιατί ενω ξέρεις οτι είσαι μέσα στην
εικόνα, εσυ βλέπεις μόνο ότι πραγματικά θες να δεις. Και είναι ωραία,
πολύ ωραία. Όμως το φανάρι στην άκρη του δρόμου σιγά σιγά έρχεται ολο
και πιο κοντά και πρέπει να σηκώσεις το κεφάλι προσεκτικά γιατί το κόκκινο
θα μπορουσε να σε τυφλώσει.
Κουτρούλη Ρ.
72. Οδός αμνών
Το απόλυτο κενό παραμονεύει.
Σε ποιες υπόγειες δυνάμεις ν’ αντισταθούμε;
Το άκρον άωτον της τρομοκρατίας μια άναρθρη ωδή.
Ωδή στην Έφη Θώδη.
Αυτό, το έμαθα στο Πολυτεχνείο
του οποίου την πύλη δεν διάβηκα ποτέ.
Το απόλυτο κενό μας κυβερνά.
Φωτίζει τη στράτα μας προς τον γκρεμό.
Δήμητρα Καραφύλλη
73. Δρόμος προς τη θάλασσα
Στο δρόμο, που το δείλι ματώνει η μπουκαμβίλια,
στο δρόμο αυτό , που ντουγρού σε πάει στο κύμα,
στο κύμα που αγκομαχάει σα ξεψυχάει στην αμμουδιά,
εκεί που ο άνεμος κοντανασαίνει,
εκεί με γέννησε,
με πόνο, μόνη, η μάνα μου,
εκεί με φάσκιωσε με φύκια,
με βύζαξε θαλασσινό νερό,
εκεί και μ έλουσε μ αλμύρα,
με σφούγγισε μένα γλαρόφτερο.
Κι έτσι,
εκεί στο δρόμο αυτό του αδιέξοδου,
γυρνούν τα βήματά μου,
εκεί αγναντεύω το καλό ή κακό καιρό,
εκεί τις ρίχνω τις σχεδίες ,στον αφρό,
χαρτένιες βάρκες αρμενίζω,
αμμουδένιο το σπίτι μου το κτίζω,
το νέρινο το κόσμο μου μόνο εκεί ορίζω,
στο δρόμο προς τη Θάλασσα μου, προσκυνώ
κι άμα πεθάνω, θέλω, σ αυτό το δρόμο να θαφτώ...
Βίκη Μαρία Ιωάννου
74. Δρόμος
Ήταν σαφής η εντολή,
¨Με κόπους και πόνους να γεννάω τα παιδιά μου¨
Κι από τότε, βαριά φορτωμένη αμαρτίες,
-Ημών τε και αλλήλων-
Ταξίδεψα τόσο μακριά απ τον Παράδεισο,
σε δρόμους από πυρακτωμένη πέτρα,
δρόμους που έτρεχαν τυφλά, μπροστά,
Τόσο βαθιά στη Κόλαση, τόσο μακριά στον Έρωτα.
Και Θεέ μου ,σε πόσο επικίνδυνα ταξίδια!
-πάντα στο κόκκινο αποστολές-
Και πάντα,
φίδι σφιχτά τυλιγμένο στο σώμα μου,
ο δρόμος της απώλειας,
ο ανεπίτρεπτος δρόμος κι ο ανεπίστρεπτος,
Και τα χάδια των πολλών,
και τα φιλιά τους,
-μουσκίδι στο αλκοόλ-
Και τα τελευταία βλέμματά τους,
Λίγο πιο πριν, απ τη φυγή,
λίγο πιο πριν, απ΄ το ολομόναχη,
Κι έτσι εδώ ,σε δήθεν τόπο χλοερό,
σε δήθεν τόπο αναπαύσεως,
καταμεσής αδιέξοδου ενός,
κι άγνωστου δρόμου,
Σα τη γυναίκα την ανώνυμη του Λωτ
και της Γραφής
ακόμη απορώ ακίνητη, μια στήλη σάρκινη,
Κόκκινος σηματοδότης από Γιατί και προς Αποφυγή ,
εδώ, παρούσα κι έτοιμη για τη ποινή,
στο Σταυροδρόμι των οδών,
νάτο,
από κει ,το στενοσόκακο της Αρετής
κι απ την άλλη,
η ροδοσταγμένη οδός,
του Έρωτα, της Αυταπάτης
Βίκη Μαρία Ιωάννου
75. Συναίσθημα
Ροπή της χαοτικής πορείας των ανθρώπων
εφαπτομένη ανήλεη
αυταρχική γραμμή στον χάρτη
εγώ, δεν σε όρισα.
Και όμως, κάθε μέρα σε περπατώ…
Δεκάδες περνάνε, στρίβουν, τρέχουν, σπρώχνονται
Να πάνε κάπου. Που;
Κάπου…
Κάποτε ήμουν ελεύθερος να πάρω όποια στροφή ήθελα.
Τώρα, γιγαντομαχία τσιμέντου- ψυχής…
Και λέω...
και λέω...
και λέω, ψιθυρίζοντας στον εαυτό μου…
Mην περπατήσεις και σήμερα σκυφτός.
Ψάξε την δάφνη είναι εκεί ψηλά στο λάβαρο μιας αλήθειας.
Γαλήνη ισχνή που είσαι;
Μην κροταλίζεις τα δόντια σου.
Θα έρθεις πάλι απ’ του βυθού την άκρη.
Θρύψαλο ενός φωτός, φανερώσου.
Και αν στροβιλίζεσαι στο τελευταίο δένδρο της πόλης
ανοιγοκλείνοντας παντζούρια.
Και αν στροβιλίζεσαι στα ήρεμα νερά
χαϊδεύοντας την όψη μιας θάλασσας.
Να σε βλέπω.
Χρυσή να περνάς από το άνοιγμα μιας πύλης γαλανής
ντυμένη στο άσπρο, στο ουρανί και στο διάφανο.
Που είσαι θαμμένη κάτω από το χώμα
ενώ θα έπρεπε να είσαι εκεί ψηλά…
Τι θες;
Nα σκάψω με τα νύχια μου για να σε βγάλω;
Έτσι για να θυμηθώ…
όχι πως ήσουνα εσύ.
Να θυμηθώ …
πως ήταν κάποτε ο δρόμος αυτός.
Αυτός ο δρόμος… που ποτέ δεν αξιώθηκα να περπατήσω...
Ρεβέκκα Σιδηροπούλου
76. Μονόδρομος
Βαδίζεις μόνος στους σκοτεινούς δρόμους αυτής της πόλης που κάποτε σου
άνοιξε τα χέρια της, αλλά ποτέ δεν σε δέχτηκε στην αγκαλιά της. Tο βλέμμα,
θολό ταξιδεύει , η ματιά σου απόκοσμη. Βαριά τα βήματα, τινάζουν ελαφρά
την μαύρη σκόνη του δρόμου, τα ξεχασμένα κομμάτια του εγώ σου… Κοιτάς
χαμηλά, δεν έχεις την δύναμη τα μάτια ψηλά να σηκώσεις, τους περαστικούς
να αντικρίσεις. Τα σημάδια του κορμιού σου την ψυχή σου καίνε. Εδώ και
μερικά χρόνια πια δεν ζεις…. Τώρα πια… μόνο ουσίες αναζητείς.
Περπατάς πάνω σε δρόμους που καίνε, νιώθοντας τα βλέμματα αυτών, που
κάποτε με χαμόγελα, καλημέρα σου έλεγαν, τώρα το τρυπημένο σώμα σου
με τα μάτια τους να γδύνουν. Το χέρι δειλά απλώνεις. Μια κραυγή από
τα βάθη της ψυχής εκρήγνυται… «ΒΟΗΘΕΙΑ!».
Θέλεις πάλι να ζήσεις… Στους φωτεινούς δρόμους αυτής της πόλης να τρέξεις.
Βαρέθηκες πια τα υγρά, βρώμικα δρομάκια. Βαρέθηκες πια τα μοναχικά,
σκοτεινά βράδια, χωμένος εκεί σε μια γωνιά το κορμί σου να πονάς. «Βοήθεια!».
« Είμαι εδώ , με βλέπεις κάθε μέρα, δίπλα μου περνάς αλλά με αγνοείς,
με προσπερνάς… Γύρισε να με κοιτάξεις… είμαι το παιδί σου. Μην με ξεχνάς….».
Τα πνιγμένα, κόκκινα μάτια δειλά σηκώνεις… Δεν σε ακούει κανείς….
Στρίβεις βιαστικά, βαδίζοντας ξανά στο σκοτάδι… αναζητώντας το γιατρικό
θαρρείς για τις πληγές της ψυχής σου.
Ίσως αύριο να μην περπατήσεις ξανά στους δρόμους αυτής της πόλης. Σφίγγεις
τα δόντια, ένα δάκρυ κυλά από τα βουρκωμένα σου μάτια, ένας λυγμός,
ένα «γιατί» …Ένας μονόδρομος σκληρός. Και εσύ πας… και πας… και πας
…όχι κάπου…. αλλά εκεί…
Πλησιώτης Μιχάλης
77. Η αγένεια στους δρόμους/ Η αγένεια, στους
δρόμους!
Το λεωφορείο μου αρέσει συνήθως. Μπαίνεις μέσα και ταξιδεύεις, χωρίς
κανένας να αναρωτιέται ή έστω να ενδιαφέρεται για τον προορισμό σου.
Κοιτάς όλα αυτά τα πρόσωπα και πολλές φορές ίσως τα βλέπεις κιόλας.
Συνειδητοποιείς τη θέση σου στον κόσμο. Είναι ωραίο το λεωφορείο. Ικανοποιεί
σχετικά αφιλοκερδώς όλα τα αδιάκριτα στοιχεία μου. Ωραίο. Όχι πάντα,
όμως.
Μπαίνω στο λεωφορείο της γραμμής μου, κάθομαι στη θέση που κάθομαι πάντα
και με τις ίδιες ακριβώς κινήσεις τακτοποιούμαι στη θέση, ανοίγω το
σάκο μου και βγάζω τον Τζόυς. Σκέφτομαι εκ των υστέρων ότι μου θυμίζω
ανεπιθύμητα πολύ τους χαρακτήρες της Έβδομης Ηπείρου του Χάνεκε. Αν
εξαιρέσω, βέβαια, το βιβλίο, που μοιραία αλλάζει κάθε τόσο και αντικαθίσταται
από κάποιο άλλο. Αυτή η ρουτίνα με αποδιοργανώνει, όμως. Υποτίθεται
ότι είχα αποφασίσει υπέρ της μόνιμης αλλαγής. Τώρα συνειδητοποιώ ότι
ακόμα και την αλλαγή κατάφερα να τη μονιμοποιήσω. Πάλι πρέπει να ανακαλέσω
και να πάρω στροφή.
Βγάζω τον Τζόυς και αρχίζω να διαβάζω. Είμαι εκεί που ο Στήβεν υιοθετεί
μια φιλοκληρική στάση. Μετά από 20 λεπτά, βρίσκομαι ακόμη στο ίδιο σημείο.
Οι 4 κύριοι στις πίσω θέσεις ουρλιάζουν τις απόψεις τους γύρω από την
άδικη μεταχείρισή τους από το νομικό σύστημα. Υποθέτω ότι είναι βαρήκοοι,
υποχωρώ, επιστρέφω το βιβλίο μέσα στο σάκο και βγάζω από τη μπροστινή
θηκούλα το iPod. Αυτό που κάποτε ήταν λευκό τώρα έχει μια σαφή προτίμηση
στις γκρίζες αποχρώσεις των γειτονικών στη θήκη μολυβιών μου.
Την ώρα που οι 4 κύριοι επιδεικνύουν πόσο δυνατά μπορούν να τσιρίξουν,
δίχως να σπάσει η φωνή τους, εγώ διαλέγω από την ανενημέρωτη εδώ και
δύο χρόνια λίστα μου το Casta Diva. Χρειάζομαι λιγότερο από 1 λεπτό,
για να αντιληφθώ ότι η επιλογή μου είναι ατυχέστατη για τις δεδομένες
συνθήκες. Για να υπερκαλύψω τους ενοχλητικού θορύβους των υγιέστατων
4 κυρίων -σε αυτό το σημείο, στρέφοντας το κεφάλι μου, συνειδητοποίησα
ότι δεν έφεραν ακουστικά βαρηκοϊας- επιλέγω κάτι από The Doors. Αλλά
εις μάτην. Τι να σου κάνει το δύσμοιρο το Κρυστάλινο Πλοίο απέναντι
στους αγενείς γηγενείς!
Έχοντας πια, λοιπόν, πλήρη επίγνωση της κατάστασης, αποφασίζω να αγνοήσω
το ενοχλητικό μου alter ego, την ημικρανία, και θαρραλέα κάνω click
στο είδος punk.
Μετά το πρώτο κομματάκι, υποχωρώ άτακτα, γιατί η κεφαλαλγία μου δείχνει
τα δόντια της.
Υπομένω την αγένεια και στο μυαλό μου ετοιμάζω βαλίτσες.
Ούτως ή άλλως, εδώ που έφτασαν τα πράγματα, όλη μου η γενιά θα τις ετοιμάσει
αργά ή γρήγορα.
Σκλαβενίτης Ρωμανός
78. Μισό κιλό κιμά
Τσιμεντένια η προβλήτα κι είναι ένα νησί δίχως χάρτη. Με τον αγκώνα
ακουμπισμένο σ’ ένα στρογγυλό μπλε τραπεζάκι κάθεται ο μοναχικός πελάτης
κι έχει την πλάτη του γυρισμένη στην ξεπεσμένη ταβέρνα. Ξεφτίζουν οι
ώρες του δειλινού κι από την παραλία ακούγεται ο ήχος ενός μπαγλαμά,
ντρίγκι ντρίγκι ντρίγκι. Φυσάει δυνατός ο αέρας.
«Πρέπει να φύγω και θα κλείσω, εσύ άμα θες να μείνεις, μείνε. Δεν πρόκειται
να έρθει άλλος, ερημώνουν όλα όταν τελειώνει το καλοκαίρι», λέει ο ταβερνιάρης
καθαρίζοντας το αφτί του.
Ο πελάτης απομένει μόνος και πίνει το ούζο του. Μοιάζει με φωτογραφία
πολαρόιντ ενός ασκητή, μόνο που αντί ξωκκλήσι έχει την ταβέρνα για φόντο
και το μονότονο ντρίγκι ντρίγκι του μπαγλαμά.
Μόλις το μεσημέρι εκείνης της μέρας είχε πετάξει τα μυαλά του σε ένα
κάδο απορριμμάτων και στην αρχαία στάση του λεωφορείου άκουσε την Τρίπολη
και τα Γιάννενα να ανταλλάσσουν εντυπώσεις διακοπών, η Μύκονος κι η
Μήλος, η Αστυπάλαια κι η Ανάφη. Στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων μια πένθιμη
παρέλαση από φίλους δίχως τα ονόματά τους.
Ο αέρας φυσάει όλο και πιο δυνατά, η θάλασσα αναστενάζει σα χήρα -το
πλοίο της γραμμής αχνοφαίνεται πίσω από το λίγωμα του φάρου. Σ’ ένα
τέτοιο πλοίο εργάζεται ο γιος τους, δεν είχε μυαλό να μορφωθεί και να
προκόψει, τώρα αλλάζει τα σεντόνια στις καμπίνες. Αμ ο άλλος γιος, ο
μικρός! Δουλεύει τη νύχτα σ’ ένα νυχτερινό μαγαζί, φέις κοντρόλ, λέει.
«Και δηλαδή ρε πατέρα, τι σου ωφέλησε εσένα το Πυθαγόρειο θεώρημα;»
Και το μηδέν άγαν! Και οι δασυνόμενες λέξεις;» αναρωτήθηκε ο ένας.
«Ενοικιαζόμενα δωμάτια είναι πατέρα το Αιγαίο!» αποφάνθηκε ο άλλος κι
αμφότεροι συμπληρώσανε, «Η Ελλάδα είναι μια πεπονόφλουδα..».
Κλείνει τα μάτια ο μοναχικός πελάτης, χορταίνει η ψυχή του σκοτάδι
και πάνω στο ρέψιμο, η αδερφή του Μεγαλέξανδρου ξεπροβάλει από τη θάλασσα,
ενδιαφέρεται για την τύχη του στρατηλάτη. Τι να της πει τώρα;
«Εδώ δεν ξέρω γιατί γλιστράει έτσι ο δρόμος της ζωής και γιατί ανεκπλήρωτες
πεθαίνουν οι επιθυμίες, τα χαμπέρια του Μεγαλέξανδρου θα ξέρω!» μουρμουρίζει.
«Άλλα ρωτάς, άλλα σου απαντάνε!» διαμαρτύρεται εκείνη και μπλουμ εξαφανίζεται
στης θάλασσας τα βάθη, την υγρασία των ονείρων.
Μόνο που ξέχασε τα δάκρυά της στην τσιμεντένια προκυμαία. Γυναίκες,
τι περιμένεις; Όλο ξεχνάνε και κάτι ώστε να έχουν άλλοθι για σούρτα
φέρτα.
Πάνω στην ώρα καταφτάνει η παρέα εκείνου με τον μπαγλαμά κουβαλώντας
φτηνές μπίρες, μπαγιάτικο έρωτα και προσποιητή ευθυμία -μια παρέα νεοδιόριστων
δασκάλων. Αναρωτιούνται αν αξίζει την ταλαιπωρία μ’ αυτόν τον αέρα να
ανάψουν φωτιά.
Η γοργόνα επιστρέφει, «Τα δάκρυά μου!», λέει με αγωνία.
«Ρε σεις, καλαμάρι είναι αυτό;» αναρωτιέται η νεανική παρέα, «Μα δεν
το βλέπετε ότι πρόκειται περί της θρυλικής αδερφής του Μεγαλέξανδρου!»
τους ενημερώνει τους ανίδεους κι ευθύς οι ανίδεοι χρησιμοποιούν τα κινητά
τους για να τη φωτογραφήσουν, προλαβαίνει ωστόσο εκείνη και μπλουμ χάνεται
ξανά στης θάλασσας τα βάθη, στην υγρασία των ονείρων.
Στην υπηρεσία της Νομαρχίας από την οποία συνταξιοδοτήθηκε ο μοναχικός
πελάτης της ταβέρνας, του το έκαναν σαφές οι συνάδερφοι, «Δε σε θέλουμε
μέσα στα πόδια μας, κύριε Χατζηχρήστο, τα καταφέρνουμε και χωρίς εσένα»,
και βγαίνοντας άκουσε ένα τελευταίο σχόλιο, «Πειράχτηκαν τα νεύρα του
τού φουκαρά».
Τη στιγμή που η παρέα των δασκάλων αποφασίζει να φύγει πριν τους τρελάνει
ο δυνατός αέρας, ξανάρχεται ο κοιλαράς ταβερνιάρης, «Μήπως είδες μια
κοπέλα;» ρωτάει, «Ναι, ήρθε μια κοπέλα», «Μια ψηλή;» «Ναι μια ψηλή»,
«Η κόρη μου ήταν. Είπε πού πάει;», «Όχι, δεν είπε τίποτα», «Δεν υπάρχει
τίποτα στη θέση του» μουρμουρίζει ο ταβερνιάρης και φεύγει μαζί με τους
υπόλοιπους.
«Μισό κιλό κιμά σου είπα να αγοράσεις καημένε κι εσύ το έκανες εθνική
παλιγγενεσία!» γκρινιάζει η γυναίκα του επιστρέφοντας στο σπίτι.
Κι εκείνος απορεί, μα τι απέγιναν τόσες υπερωρίες!
Γιάννης Ρεμούνδος
79. Κατέβα να παίξουμε
- Μαμά πάω κάτω.
- Πού κάτω;
- Στη γειτονιά να παίξω. Είναι τα παιδιά.
- Ποια παιδιά; Σε καλέσανε; Δεν άκουσα να σε φωνάζουν. Μήτε να χτυπούν
το κουδούνι.
- Δε χρειάζομαι ειδική πρόσκληση. Τους ακούω από δω που παίζουν. Εγώ
θα κατέβω κι ας γίνει ό,τι θέλει.
- Να προσέχεις! Όλη μέρα στο δρόμο πια δε βαριέστε; Κάθε μέρα το ίδιο
βιολί!
Ναι, κάθε μέρα το ίδιο και ξανά απ’ την αρχή το ίδιο! Φωνές στο δρόμο,
το σύνθημα κι όλοι κάτω για παιχνίδι. Μέχρι να βραδιάσει, μέχρι να βγουν
οι μανάδες μας στα μπαλκόνια και να αρχίσουν να ουρλιάζουν να μαζευτούμε.
Μια παρέα, μια συμμορία, οι Ατρόμητοι!
Μηλάκια, Αούα , εξερευνήσεις με το ποδήλατο… Και τ’ αγαπημένο μου να
σκάβουμε βαθιά στο χώμα να βρούμε τον Οδυσσέα. Εκείνον της Τροίας και
της Ιθάκης. Πώς μου κόλλησε στο μυαλό ότι θα τον βρίσκαμε θαμμένο στο
δρόμο μας !
Μιαν άλλη φορά πάλι μας μπήκε η ιδέα για πεζόδρομο. Τέρμα τ’ αυτοκίνητα
με τα καυσαέρια να διακόπτουν το παιχνίδι μας. Θέλουμε πεζόδρομο!
Με περισσή τόλμη και στιβαρή γνώση ότι είχαμε την κόρη του τέως Δημάρχου
στην παρέα μας, επισκεφτήκαμε το Δημαρχείο. Ζητήσαμε ακρόαση και την
πετύχαμε. Το αίτημα ετέθη κι ο Δήμαρχος υπεσχέθη. Απίστευτο; Κι όμως
έτσι έγινε. Μέσα στους επόμενους μήνες ήρθανε και τα τούβλα, ροζ και
κίτρινα. Τα στοιβάξανε σε μιαν άκρη και φύγανε.
Χαρά που πήραμε!
Τέσσερα χρόνια τα βλέπαμε στο ίδιο σημείο. Πέτρινος λόφος για να σκαρφαλώνουμε
και να γδέρνουμε τα γόνατα και τα χέρια μας. Κι υπομονή. Άγνωστη έννοια
για παιδιά κι όμως περιμέναμε κι ελπίζαμε. Για να τα χουν τόσο καιρό
εδώ, ε πού θα πάει θα τα στρώσουν στο δρόμο.
Δυο φορές τα πήρανε από κείνο το σημείο και δυο φορές τα ξαναφέρανε
πίσω. Αλλά ποτέ δεν τα στρώσανε. Μέχρις ότου τα πήρανε οριστικά.
Πεζόδρομος δεν έγινε ποτέ.
Και εμείς μεγαλώσαμε, αφήσαμε τη γειτονιά, την παρέα, τις μαμάδες και
φύγαμε στην πόλη.
Κι όμως τότε το παλέψαμε !
Πέου Πασχαλίνα
80. Δια-δρομές
Έτσι και αλλιώς όλοι περαστικοί είμαστε, πλανόδιοι υπερασπιστές του
δρόμου μας. Απλώνουμε τη πραμάτεια μας σε φημισμένα πεζοδρόμια, σε ξεθωριασμένα
από το χρόνο σεντόνια. Ξεκινάμε με χαμόγελα τα παζάρια μέχρις ότου να
βρεθούμε κυνηγημένοι στα στενά της πόλης, με τη πραμάτεια μας στον ώμο.
Άλλωστε, είναι δύσκολο να βρεις το δρόμο σου… κυρίως τις ώρες αιχμής.
Αυτές τις ώρες, η ψυχή και το σώμα δοκιμάζονται, καθοδηγούνται από σκόρπιους
φωτεινούς σηματοδότες και ταμπέλες σβησμένες με μαύρο σπρέι. Η μουσική
κάποιου ξεχασμένου κιθαριστή παρασέρνει τη σκέψη και ξυπνάει τη μνήμη,
στους ίδιους δρόμους, στην ίδια συνοικία που ήταν κάποτε η πρώτη αγορά,
τόπος συνάντησης και συνδιαλλαγής, απάτητο άσυλο, νέκταρ και φιλοσοφία...
Φιλοσοφία που πήρε και αυτή το δρόμο της. Σήμερα μπορείς να τη βρεις
στο ίδιο μέρος, στριμωγμένη στους πάγκους, εκτεθειμένη στις βιτρίνες
μικρών παραδοσιακών μαγαζιών, υπό το επικριτικό βλέμμα του αρχαίου θεάτρου.
Βουητό επαναφέρει τη μνήμη στα χέρια του Μορφέα, δρόμοι και φωνές γίνονται
ένα, σαστισμένοι τουρίστες και τρομαγμένα περιστέρια ψάχνουν το δρόμο
τους. Αυτοί οι δρόμοι δε κοιμούνται ποτέ. Μόνο ένα γερασμένο ποδήλατο
ξεκουράζεται στη ράχη κάποιου τοίχου και ο ποιητής, που κάθεται χρόνια
τώρα στη πολυθρόνα του, μπροστά στην Ακαδημία δείχνει να ξεκουράζεται
μες στην απελπισία του.
Οι δρόμοι της ζωής μας φαντάζουν πιο ελεύθεροι όταν είναι φωτισμένοι.
Οι σκιές μοιάζουν με σκιές από το παρελθόν. Όσα δεν προλάβαμε να πούμε,
τα λέμε τώρα. Με απερίσκεπτες εξομολογήσεις στις πλατείες, με συνθήματα
που κατεβαίνουν μαζί με τα ρολά των καταστημάτων, με μπογιά στους τοίχους,
με περίσσιες μισοκολλημένες αφίσες, με φωτεινές μαρκίζες. Ένας σοφός
τρελός εξιστορεί τη ζωή του στο διπλανό παγκάκι, μια αγέλη σκύλων διαχωρίζει
τις συμμορίες της, ένα σπουργίτι παλεύει για το βραδινό του, κάμποσος
κόσμος χαζεύει ένα γελωτοποιό στο απέναντι πεζοδρόμιο και μια παρέα
νέων ονειρεύεται έναν άλλο δρόμο.
Σε αυτούς τους δρόμους μάθαμε να συνδυάζουμε το παλιό με το καινούργιο
, το παρελθόν με το παρόν. Ιστορικά μάρμαρα και κρύο τσιμέντο. Αστραφτερά
γυάλινα κτίρια, δηλητηριώδη μοντέρνα μανιτάρια, φαντάζουν σαν παιδιά
από άλλη μάνα πλάι στα νεοκλασικά παλιών δεκαετιών, με τα πλατύσκαλα
και τα φαρδιά παράθυρα. Θυμίζουν χριστουγεννιάτικο έλατο…. ανάμεσα στις
καινούργιες λαμπερές μπάλες και τα δεκάδες φωτάκια πάντα μένει χώρος
για το μικρό ξύλινο στρατιωτάκι από τα παιδικά μας χρόνια, μόνο και
μοναδικό!
Και αυτό που μας μένει, αυτό που μας δένει, είναι μια βόλτα στο πλακόστρωτο,
στις παλιές συνοικίες, στον ατελείωτο καμβά των δρόμων, γιατί «όλα είναι
δρόμος»… Και ο δρόμος είναι μέσα μας.
Έμιλυ Πουλάκου
81. Στην εθνική, με μαύρο ταξί
(τρεις εικόνες)
Εικόνα Πρώτη, Απόγευμα
Τι χώρα κι αυτή – Ευρώπη σου λέει μετά… Έτσι είν’ η Ευρώπη, ωρέ μαυροκορδάτοι,
που ταξιδεύετε ολημερίς εις τας Ευρώπας;… Τρύπες-τρύπες και μπαλώματα;…
Έτσι είναι οι «αουτοστράντες» στην Ιταλία, οι «άουτομπαν» στη Γερμανία;…
Σαν του φτωχοδιάβολου τη φορεσιά, η μία και μοναδική εθνική οδός της
χώρας;!... Σώπα, φτιάξαν τον Μαλιακό, ύστερα από τριάντα χρόνια!...
Σωπαίνω γιατί έρχεται το μαύρο ταξί του Χάρπο. Δυο χρόνια ανεβοκατεβαίναμε
στον Βόλο με δαύτο - να δούμε παππού και γιαγιά, να δουν κι αυτοί το
καινούργιο εγγονάκι τους. Δυο χρόνια τον μάθαμε καλά τον δρόμο…
Το ταξί: μαύρο απ’ το δρόμο και το πετρέλαιο. Κι ο οδηγός του; Μαύρος
κι αυτός. Μόλις το ’δα να στρίβει στη γωνία μας, τρόμαξα: «Ωχ!...» μα
το ’πνιξα, «...Αυτό είναι;...» συστημένο ερχόταν και «αγκαζέ», μόνο
για μας. Ακούστηκε το πετρέλαιο πρώτα, το δειλινό πεσμένο, «Αμάν!...»,
πεσμένα μαζί, μπαρουτοκαπνισμένα και τα φτερά του αμαξιού…
«Kαλησπέρα… Γεια σας...» μισοχαιρέτησε το σγουρό χαμηλωμένο κεφάλι που
ξεχώριζε επάνω από παρδαλό πουκάμισο. Άνοιξε το «πορτ-μπαγκάζ», «Έρχομαι
από το συνεργείο...» φορτώνει «...Καταλαβαίνετε, δεν πρόλαβα...» τις
αποσκευές…
Ξεκινάμε. Σαρανταπέντε ημερών ο μικρός. Bγήκαμε γρήγορα σ’ αυτό που
λέμε «Eθνική Oδό», τρέχουμε τώρα. «Θα σταματήσουμε σε λίγο... Σε τριάντα
χιλιόμετρα... Να κάνετε κι εσείς ό,τι θέλετε για το μωρό...» μας ενημερώνει
ο οδηγός.
Μια λίμνη κιτρινόμαυρο νερό σε καπέλο «τζόκεϊ» αναποδογυρισμένο, «Μπράβο
τασάκι!...» κάνω να βολευτώ στο βυθισμένο κάθισμα του συνοδηγού, μια
λίμνη στάχτη κι αποτσίγαρα στη μύτη μου…
Καπνίζει, πίνει καφέ: «Kαφές-τσιγαράκι... Δε βγαίνει αλλιώς ο δρόμος...»
Γρήγορα βγήκαν τα τριάντα χιλιόμετρα, κάνει δεξιά, συμβεβλημένο το
μαγαζί, μαγαζί ό,τι θες, βενζίνη-φαΐ-ψιλικά? κατεβαίνουμε, κάνουμε τ’
απαραίτητα, ξανανεβαίνουμε. Ολόφρεσκο τώρα φραπόγαλο στην καφεθήκη,
καπνός απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο, «Προσέχω, έννοιά σας, για το μωρό…»,
ωσάν αυτόματο τρέχει το καπνισμένο ταξί. Όλα τ’ εργαλεία της δουλειάς
κοντά του, στα χέρια του, «Ωραίοοος!…» φωνάζω μέσα μου, μιλά στο τηλέφωνο,
μιλά σημειώνει, ξαναμιλά καταγράφει στο μαγνητόφωνο που έχει στο κιβώτιο
ταχυτήτων, ονόματα τηλέφωνα ημέρες ώρες... Διπλό, θαρρείς, το κάθε χέρι!...
Τηλέφωνο στ’ αριστερό, ημερολόγιο τιμόνι στο δεξί. Kαι στις στροφές;
Tιμόνι με το πόδι το αριστερό, κι ελεύθερα τα χέρια για τα υπόλοιπα!...
«Mπράβο σου, μάστορα!...» και πάλι από μέσα μου. «Kαι καλός οδηγός –
καλύτερα απ’ το σπίτι του τον ξέρει τον δρόμο!... Φυσικό δεν είναι;
Λες και διάβασε τη σκέψη μου ο μπαγάσας, «Στο σπίτι κάνω μονάχα έναν
ύπνο – στο δρόμο όλα τ’ άλλα…» μάς πετάει την ατάκα…
«Ναι... Στο δρόμο είμαι... Για πότε θέλετε;... Σίγουρο;…» πατά το κουμπί
της ηχογράφησης, «Μιλάτε αργά και δυνατά... Λοι-πόν!...» Το μαγνητόφωνο
εγγράφει τη φωνή του που εκφωνεί όσα λέει ο πελάτης. Ύστερα γυρίζει
πίσω την κασέτα, επιβεβαιώνει. Άλλοτε συνεννοείται με συναδέλφους, «Εξυπηρετούμε
τον κόσμο, προσπαθούμε...» Χαμηλώνει καμιά φορά η σγουρή φωνή, «Πήρες
να δεις τι κάνω…», γλυκαίνει, πιο διακριτική, ήρεμη, μιλάει με το «πρόσωπο»,
«Σ’ ευχαριστώ…», μισοχαμόγελα…
«Eίμαι επαγγελματίας!... Άνευ παρεξηγήσεως...» τονίζει.
«Kαι με τι οργάνωση!...» υπογραμμίζω σιωπηλά.
«Άμα φτάνω σπίτι, βράδυ, περασμένες έντεκα, τ’ ακούω, διορθώνω, κι ύστερα
πέφτω να ξεκουραστώ...»
Εικόνα Δεύτερη, Σούρουπο
Σουρουπώνει, κι η Eθνική ανάβει τα φώτα της, χαζεύω, φωτεινοί οδοδείκτες
αναβοσβήνουν, «ΕΡΓΑ ΕΝ ΠΡΟΟΔΩ», το ταξί ανεβοκατεβαίνει, πινακίδες,
τόξα βέλη, λες και παίζεις φιδάκι, εσύ ’σαι το φιδάκι, όλοι εμείς, μες
στο μαύρο φιδάκι του Χάρπο, του ηρωικού ταξιτζή μας, «Λούνα-παρκ!...»
χαίρεται κι αυτός σαν το μικρό παιδί!…
Λιγομίλητος. Αφήνουν τα τηλεφωνήματα;… Bουβαίνεται το κινητό, μιλάει…
«Kάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο? χειμώνα-καλοκαίρι... Kαλοκαίρι πιο συχνά
τα δρομολόγια... Kοιμάμαι Aθήνα... Xειμώνα κάνεις μόνο ένα... Καλοκαίρι,
και δυο και τρία!...», ψάχνει ψιλά για τα διόδια, σταματάμε, τα δίνει,
χωρίς να πάψει να μιλά, «…Παλιά έκανα όλη την Eλλάδα... Τώρα μόνο αυτό...
Μ’ αρέσει η δουλειά μου... Το αυτοκίνητο... Ο δρόμος...»
Στα ξαφνικά, τι με πιάνει, βαριέμαι, ανακλαδίζομαι, βάλτος ξαφνικά το
κάθισμά μου, «Γρήγορα!...», να δω τα φωτάκια να τρεμοπαίζουν στο βουνό...
Βράδυ μ’ αρέσει να μπαίνω στην πόλη...
«Aμάν! Πέσαμε στις νταλίκες!...» με «πιάνει» πάλι ο άτιμος, τάχα μονολογεί,
μια, δυο, τρεις, τις προσπερνά όλες δεξιοτεχνικά, όμορφα τσουλάμε στη
νύχτα, τσιγάρο-καφές-τηλέφωνο-τιμόνι, ανάβει φωτάκι για να δει κάτι...
Για οικογένεια, κουβέντα. «Kάτι φίλους πήρα στο τηλέφωνο, άφησα μήνυμα...
Άμα ευκαιρήσω, θα τους δω...» Τελειώνουν τα φώτα, φτάνουμε, το κάθισμά
μου βουλιάζει και πάει, «Έχουμε λίγο ακόμη...» λέει. Ευτυχώς, κάνω από
μέσα μου, πάντα με νιώθει ο Χάρπο…
«Πόσα κυβικά είναι;» κάνω να ξεφύγω. «Καλά πάει…»
«1.900 – “τούρμπο”!... Παλιά δούλευα σε συνεργείο... Μεγάλο συνεργείο...
Tι κάναμε με τ’ αυτοκίνητα των πελατών... Τι δεν κάναμε, να λες... Ποιος
θα σταματήσει στο χιλιοστό απ’ τον τοίχο... Tου φεύγει μια φορά ενός
τ’ αμάξι, πέφτει στον τοίχο, άιντε όλοι μαζί να το “φέρουμε”, μην καταλάβει
κανείς τίποτε...»
Λαλίστατος τώρα, η νιότη ξαναζεί, του λέω για τον Kόκκοτα, «έτρεχε»
το ’70κάτι στο Tατόι με τα «πειραγμένα» του Ραγκούζα, πελάτης ο Σταμάτης
στο βενζινάδικό μας, βίρα τις αναμνήσεις και φάγαμε κάμποσα χιλιόμετρα
ακόμη...
«Nα κάνουμε μια στάση εδώ!...» παρκάρουμε στο αντίθετο ρεύμα, γνωστό
κι αυτό το μαγαζί, μπαίνουμε, το μάτι μου δεν παύει να τον γυρεύει,
να τον εκεί!..., γνωρίζεται απ’ το σκύψιμο, τρώει γρήγορα, όλα στα γρήγορα,
να πάρουμε δρόμο, μια ζωή στο χιλιόμετρο... Βγαίνω έξω, καμαρώνω το
μαύρο ταξί, δουλεμένο, κι αυτό κι ο οδηγός κι αφέντης του, αυτοί οι
δυο είναι ένα, λέω, δεν θα μπορούσε ο ένας να κάνει χωρίς τον άλλο,
δεν μπορώ να τον φανταστώ με άλλο, καινούργιο αμάξι, μέσα σε πόλη, πρώτη-δευτέρα-φανάρι
κ.ο.κ. - οι δυο τους, πάντα? κι ο δρόμος, αυτός ο φτωχοπρόδρομος…
Tέλος επετείου του «OXI», τετραήμερο, τσούρμο τα εκδρομικά, ένα πίσω
από τ’ άλλο, οι κυρίες ξεπιάνονται βάζοντάς τα με τον οδηγό που δεν
τις πήγε, λέει, ο άθλιος στη Mακρινίτσα...
«Mα πού ακούστηκε, πες μου... Eκδρομή στο Πήλιο, κι αυτός να μη μας
περάσει απ’ το στολίδι του Πηλίου;!...» δώσ’ του πάει κι έρχεται φουρκισμένη
ετούτη ’δω έξω απ’ το μαγαζί - εμείς δεν έχουμε τέτοια προβλήματα, έχουμε
εμείς τον «δικό μας» οδηγό…
Εικόνα Τρίτη, Βράδυ
Μα τι αξία έχει που σ’ τα λέω όλα αυτά, μια ιστορία μια ζωή στον δρόμο,
γι’ αυτόν τον δρόμο που πήρε η ζωή αυτού του ανθρώπου, ίσως για εκείνο
το «άλλο» τηλεφώνημα, όπου ο Χάρπο χαλαρώνει, παρότι και τις άλλες στιγμές
το πρόσωπό του, κλόουν-παλιάτσου ή κάτι τέτοιο, χαμογελά - χαμόγελο
παγωμένο σαν του κωμικού... Του τιμονιού αρπίστας ο δικός μας!...
Κινάμε πάλι, σκοτάδι τώρα πηχτό, κι άλλα φωτάκια «λούνα-παρκ», κι άλλοι
ελιγμοί, χαρά μας εμένανε και του οδηγού ετούτα εδώ - ποιος ξέρει τι
ονειρεύεται, ταξίδια κι άλλους τόπους και χαρές, η διψασμένη μας ψυχή!...
«Πάω σπίτι μόνο για ύπνο...» ξαναλέει, μας εμπιστεύεται πια, κύματα-κύματα
το μάτι μου εμένα, καΐκια βαρκάκια, Άγιος Kωνσταντίνος, τον περάσαμε
προ πολλού, κατόπιν Aγχίαλος, σχεδόν σε φιλά στο μάγουλο η θάλασσα,
γιατί σ’ τα λέω τώρα αυτά, τονε λυπήθηκε τάχα η ψυχή μου, μονάχος του
στην καμπούρα ζωή, στον δρόμο ολημερίς, μια στις τόσες βλέπει άνθρωπο,
άκου δυο και τρία δρομολόγια τη μέρα, αμ εκείνο το «Μ’ αρέσει η δουλειά
μου...»;!...
«Eπιτέλους! Nα κι ένας πατριώτης που του αρέσει η δουλειά του...» παρηγορούμαι…
Την τελευταία φορά, τι μας «έφτιαξε» ο μπαγάσας;!... Είναι να ’ρθει
να μας πάρει στις δέκα το πρωί, βροχή τα τηλεφωνήματα κι οι ακυρώσεις,
κλειστά τα τηλέφωνά του απ’ την παραμονή, και την επομένη, «Έρχομαι!...»
αποφασίζει, μα κανονίζει ο αφιλότιμος κι έρχεται ένας άλλος ταξιτζής,
τσουπ! να σε λίγο κι ο μαυρο-Χάρπο με το «πετρελαιοφόρο» του, πιάνει
τις δικαιολογίες, λέει για σπίτια και βαψίματα, αλήθεια; ψέματα; τα
χέρια του μες στα βερνίκια πράγματι, φεύγουμε τελικώς με τον άλλον,
ο οποίος μας λέει για τα μικρομπλεξίματα του δικού μας, τίποτα σοβαρό,
σ’ όλους μας συμβαίνουν, πόσω μάλλον σ’ έναν άνθρωπο που παλεύει όλη
μέρα μ’ ένα δρόμο απάλευτο...
Γιώργος Τζεβελεκάκης
82. Οδός Κοντογεωργάκη
Ο δρόμος ακμάζει.
Ο δρόμος παρακμάζει.
Ο δρόμος ηχεί, κραυγάζει:
λέει παραμύθια,
αληθινές ιστορίες.
Τη γη χαράζει.
Μας δέχεται,
μας υποδέχεται,
μας αγκαλιάζει
μας συναρπάζει.
Μας βολεύει
στης νύχτας τ' αγιάζι
σε σπίτια κλειστά
που στοιχίζονται στις άκρες του.
Ο δρόμος σειρήνα γίνεται
μας προκαλεί
μας γνέφει
μαγεμένο ντέφι.
Ο δρόμος του σχολείου,
δρόμος των χαμένων παιδιών,
είναι δρόμος της γης.
Είναι δρόμος της Πόλης,
δρόμος παλιός.
Πολύ παλιός.
Αρχαίος, βυζαντινός,
Μεταβυζαντινός.
Πεζόδρομος;
Βέροια Απρίλιος 2006
Κωστοπούλου Ειρήνη
83. Στο δρόμο εκείνο με τις λάσπες
Στο δρόμο εκείνο με τις λάσπες
γίναν πουλιά τα πεσμένα φύλλα της λεύκας…
Και το νερό καθάριο πίνει το χώμα
πίνουν τα πουλιά,
Πήλινα πουλιά ως
να κατέβει η πεταλούδα της φωτιάς,
‘αγγιγμα πνοής σε
φύλλα πουλιά να πετάξουν μακρυά...
Στο δρόμο εκείνο με τις λάσπες
έ να πρωινό του δεκέμβρη.
Μαρία Καρδαρά
84. Δρόμος
Γυρεύω ομίχλη…
πυκνή ομίχλη μ άρωμα αγράμπελης,
ν α περάσω αόρατη μές τη θύελα.
Ως ν αγγίξω το βελούδο των χειλιών σου,
να διαβώ στις νεροσυρμές του.
Με σιωπές,
με μουσικές του αγέρα,
με μια πανσέληνο Αυγούστου,
καρτέρι πεπρωμένου,
ν ανασαίνω μέσα από σένα.
Μέσα από ομίχλη αόρατη οπτασία
ν αγγίξω τον ύπνο σου.
Πανσέληνος να σταθώ στην έκλειψη των ελπίδων σου,
ως ομίχλη να σε δροσίζω με ευχές και άρωμα αγράμπελης.
Ως θα φέρει ο άνεμος ιαχές.
« περνάς μέσα από θύελλα »
Μαρία Καρδαρά
85. Ζωή
ZΩΗ,
δρόμος ατέλειωτος…,
και συ,
μοναχικός διαβάτης
που τον ήλιο της
συντροφεύεις!...
στην κάθε στιγμή του ταξιδιού του
προς τη δύση…
ζώντας την ταυτόχρονα
και ως στιγμή ανατολής ελπίδας…
στον κόσμο που ονειρεύεσαι!...,
που ο σύντροφος … ήλιος,
από ασυννέφιαστους ουρανούς
υπόσχεται να τον φωτίζει!...
Ποιητής εκ Πηλίου
86. Ο προορισμός
Στης ΖΩΗΣ
τους δρόμους
σα γεννηθείς,
ταξίδι νέο αρχίζει…
και συ ταξιδιώτης
στην περιπέτεια!...
Αμέτρητοι οι τόποι
που στο ταξίδι
θα επισκεφτείς!...
κι ανάμεσα τους
μια πατρίδα…,
η ΨΥΧΗ σου!...
Ποιητής εκ Πηλίου
87. Δρόμοι ζωής
Η ΖΩΗ χαράζει
τους δικούς της δρόμους
όταν ζει ελεύθερα!...
σκλαβωμένη σαν βρεθεί,
πρέπει ν’ ακολουθεί
δρόμους,
που άλλοι γι’ αυτήν χαράζουν!...,
δρόμους με χαραγμένες…διαδρομές
και εντολές…
για να υποτάσσουν τα βήματά της
στη σκλαβιά
των λευκών… κελιών τους!...
Μα η ΖΩΗ γεννιέται,
για να ζει ελεύθερη,
μακριά από γραμμές… και περιθώρια…
και να τα προσπερνά…
με κίνδυνο της ζωής της…,
γιατί προορισμός της
είναι τα ραντεβού της,
με τις αχώριστες φίλες της
την ελπίδα και την ελευθερία,
στα στέκια που αγαπούν!...
Ποιητής εκ Πηλίου
88. Δρόμοι -της ζωής μας-
Φαρδύς ο δρόμος,
κι’ όμως... στενά έχει
τα περάσματα.
¦
Αναπαύσεως ?
οδός -που αλήθεια-
χρήζει προσοχής.
¦
Στης λήθης την παράκαμψη
και στης ελπίδας την οδό,
σε κάποιον άρρητο αριθμό
αν ψάξω, ίσως σε ξαναδώ
¦
Οδός Ανθέων.
Οι μαργαρίτες χάθηκαν.
Φυτέψαμε τριαντάφυλλα ?
από έπαρση.
Μας πλήγωσαν τ’ αγκάθια.
Τώρα... ποιόν να ρωτήσουμε
για την αγάπη;
Εύα Χαλκιαδάκη – Παπαδημητρίου
89. Ο δρόμος μας
Όταν ονομάσουμε τη μέρα ελπίδα
και τη νύχτα όνειρο,
όταν απομοσχεύσουμε το φόβο
από τα μάτια των παιδιών,
όταν συστρατευθούμε κάτω
από της αγάπης το λάβαρο...
τότε, θα ’χει έρθει η ώρα μας.
Θα’χουμε γράψει το στίχο ?
το στίχο, που δροσερής πηγής νερό
θα’ χει γίνει.
Το στίχο, που...ποιός ξέρει
αν ποτέ θα γραφεί.
Θα ’χουμε τραγουδήσει το τραγούδι ?
το τραγούδι ,
που τ’ αηδονιού θα ’ναι φωνή.
Το τραγούδι,
που μπορεί... να μην το χαϊδέψουν
χείλη ανθρώπινα.
Ίσως ποτέ δε θα ονομάσουμε τη μέρα ελπίδα
και τη νύχτα όνειρο - με την απόλυτη έννοια -
Θα’ χουμε όμως -τουλάχιστον- προσπαθήσει.
Και θα’ χει αλλάξει όνομα ο δρόμος μας .
Εύα Χαλκιαδάκη - Παπαδημητρίου
90. Οδός Αθηνάς
Παιδιά της αγάπης που χάνεται,
παιδιά της ελπίδας που σβήνει,
παιδιά που η ζωή σας αφήνει...
Παιδιά τη ζωή σας π’ αφήνετε
σ’ άλλους δρόμους μακριά να διαβαίνει,
καλοκαίρια...χειμώνες που κάνετε,
αετοί, στην καρδιά χτυπημένοι.
Θολά μάτια, τρυπημένες οι φλέβες σας
κι’ ο ιδρώτας ποτάμι να βγαίνει...
Παιδιά, κάποιας σκόνης αιχμάλωτοι,
εδώ στη στάση « ΑΓΟΡΑ »
στο παγκάκι γυρτά τα κορμιά σας ?
στον ΟΤΕ, κάτω από μιά πασχαλιά,
που ανθισμένη πενθεί
τα χαμένα όνειρά σας.
Ας μπορούσα ...ένα ανθό μοναχά
μ’ ένα πράσινο φύλλο στην άκρη
να φυτέψω βαθειά στην καρδιά
καθενός σας, με νερό- ένα δάκρυ.
Ας γινόταν, κι’ ο Σταυρός
στη μικρή εκκλησιά την πετρόκτιστη
-είν’ Αγία Κυριακή- το’ παν τόσοι,
ας γινόταν, τη δική σας ψυχή
πάλι αλώβητη
στη χαρά της ζωής ν’ αποδώσει.
Κι’ η καμπάνα, που βουβή σας θωρεί,
στου σταυρού το ρολόι από κάτω,
να χτυπούσε τη δική σας Ανάσταση
σ’ ένα Πάσχα ευτυχία γεμάτο.
Εύα Χαλκιαδάκη – Παπαδημητρίου
91. Δρόμος
Έπεσε η νύχτα, μπρος μου το ίδιο το στενό,
σπασμένα όνειρα σ’ ένα δρόμο σκοτεινό
κάπου μακριά ακούω έναν κεραυνό
σαν να μην ήταν αρκετό ό,τι είναι αληθινό.
Ένας δρόμος μπροστά μου δίχως σημασίες
γεμάτος από ανθρώπους με ζωές χωρίς αξίες.
Η αγάπη πεθαίνει, το ίδιο κι εγώ
κάθε φορά που απ’ το δρόμο αυτό περνώ.
Λίγο παραδίπλα μου κυλά λίγο νερό
θα' ναι απ’ τη βροχή που στάζει, είναι σίγουρο αυτό
κυλάει αργά δίχως κανένα σκοπό
παρασέρνει το ανύπαρκτο όνειρο που υπάρχει εδώ
περνάει μέσα απ’ τους ανθρώπους στα λιωμένα στενά
που ‘ναι λιωμένοι μ’ ευτυχίες που δεν υπάρχουν πουθενά
και η βία, μαύρη, στέκει σε κάθε γωνία
κάθε γωνία και μια άλλη ιστορία
βυθισμένη στη θλίψη, στο σκοτάδι, στο αίμα,
τόσα χρόνια και ακόμη δεν έχει λάβει τέρμα.
Κάθε φορά που περνάω από το δρόμο αυτό
κλείνω τα μάτια, κάθομαι να σκεφτώ
και η εικόνα αλλάζει παίρνει άλλη μορφή
μια μορφή, μακάρι να ‘ταν μια φορά αληθινή.
Τα πάντα αλλάζουν, γεμίζουν με φως
σαν το φεγγάρι που σπάει τον ίδιο ουρανό
το αίμα δεν υπάρχει σε κάθε στενό
και κάθε συναίσθημα ήταν πάντα αληθινό.
Η βία έχει καεί σε μια αόρατη φωτιά
κι η αγάπη υπάρχει σε κάθε μεριά
κι όταν πέφτει το σκοτάδι δε φοβάσαι να ζεις
μπορείς να μείνεις, να κοιτάξεις και να ονειρευτείς.
Αυτός είναι ο δρόμος που έχω φανταστεί
αυτός είναι ο κόσμος που έχω οραματιστεί.
αυτά είναι τα φτερά που έχω ανοίξει
για να πετάξω, να φύγω, χωρίς κανείς να μου υποδείξει
το πού πρέπει να πάω και πώς πρέπει να ζω
θα βρω έναν κόσμο πλασμένα αγγελικό
θα βρω ένα δρόμο αντίθετο απ’ αυτόν
εκεί θα ξεκινήσω απ’ την αρχή να ξαναζώ!
Ελεάνα Δημητριάδη
Γ’ Λυκείου
Ιδιωτικό Γενικό Λύκειο
«Ο Απόστολος Παύλος»
92. Ο δρόμος, η γυναίκα και η μπογιά
Ο δρόμος είχε τη δική της ιστορία. Κανείς δεν τη γνώριζε, κανείς, εκτός
από του τοίχου τη μπογιά. Και ‘κείνη, η μπογιά, κατά λάθος την έμαθε.
Άθελά της. Δεν μπορούσε όμως να κάνει και αλλιώς. Οι νεκρή ύπαρξη της
μιας και η ημίνεκρη της άλλης, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.
Η γυναίκα κουβαλούσε τη μπογιά, και η μπογιά κουβαλούσε τη γυναίκα.
Ο δρόμος μουντός, συνειδητά παθητικός απέναντι στο περιεχόμενό του.
Μα, τί μπορεί να περιέχει ένας δρόμος; Εκτός από αυθύπαρκτα συναισθήματα
και σκιές, τίποτε άλλο. Όλα τα υπόλοιπα δεν περιέχονται, απλώς βρίσκονται
εκεί παλεύοντας να υπάρξουν.
Η μπογιά και η γυναίκα δεν υπήρχαν μόνο, περιέχονταν στον δρόμο. Ταυτίζονταν
μαζί του, συμπορεύονταν, επιβίωναν παρέα. Ένα μικρό, σκοτεινό και στενό
όσο δε πάει άλλο στενάκι, ήταν το σπιτικό της φυτοζωής τους. Το ‘χαν
φτιάξει πολύ όμορφο, με κείνες τις λαμπερά γκριζωπές χαρτόκουτες που
μάζευαν έξω από τα σούπερ-μάρκετ, εκείνο το εκπληκτικά θαμπό φωτιστικό-
κατασκευασμένο από αυθεντικά σκουριασμένα κονσερβοκούτια, αγορασμένα
κατά καιρούς με τις διάφορες επισκέψεις τους στους κάδους απορριμμάτων
των κεντρικών οδών της πόλης-, με το δάπεδο από μασίφ άσφαλτο και φυσικά
τον τοίχο.
Ακριβώς εκεί, εξαιτίας αυτού του τοίχου είχαν γνωριστεί. Το μικρό κορίτσι,
διωγμένο και κατατρεγμένο, στο πρώτο και τελευταίο βράδυ της μοναξιάς
του, είχε κουρνιάσει στην εσοχή αυτού του τοίχου, ψάχνοντας λίγη συντροφιά
και ζεστασιά. Ζεστασιά βρήκε, και όλως παραδόξως βρήκε και συντροφιά.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε φαινομενικά παγωμένο, ολόλευκο Δεν ήταν όμως.
Ο ετοιμόρροπος και ξεθωριασμένος τοίχος είχε ξεβάψει τη πολύτιμη μπογιά
του πάνω στο παιδί, το είχε καλύψει σχεδόν ολοκληρωτικά, το ζέσταινε.
Τούτη η πράξη, άγγιξε τη μικρή. Ο παντοδύναμος στα μάτια της τοίχος,
της είχε προσφέρει κάτι τόσο σημαντικό, ένα απαραίτητο κομμάτι του εαυτού
του, τη μπογιά του. Ως φυλαχτό λοιπόν, επέτρεψε στη μπογιά να μπολιάσει
στο δέρμα της ώσπου να γίνει ένα μ’ αυτό.
Έτσι, οι εφηβικές ανησυχίες εναλλασσόταν με τα παιδικά όνειρα, οι εφιάλτες
μετατρεπόταν σε εξομολογήσεις και το πνεύμα της κοπέλας ηρεμούσε. Μοναδικός
εραστής (και βιαστής) της, ο ερωτύλος δρόμος. Κάποτε τρυφερός, φύτευε
πάνω της παρτέρια από πολύχρωμα λουλούδια, άλλοτε άγριος, χάραζε βίαια
τις διαβάσεις του πάνω στο κορμί της.
Το πράσινο των φαναριών διαδεχόταν το κόκκινο, και τα σημάδια της σταδιακής
φθοράς άρχισαν πια να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Παρόλα αυτά, γυναίκα
και μπογιά, πιασμένες αγκαζέ, συνέχιζαν απτόητες το ταξίδι τους στο
δρόμο.
Η γυναίκα κουβαλούσε τη μπογιά και η μπογιά κουβαλούσε τη γυναίκα. Ο
δρόμος, πανπεριέχων, δεχόταν και τις δύο.
Παναγιώτα – Μάρθα Κουιτζόγλου
Β’ Λυκείου
Ιδιωτικό Γενικό Λύκειο
«Ο Απόστολος Παύλος»
93. Δρόμος
Ταξιδεύω στο μονοπάτι της ζωής σου, στο δρόμο που χάραξες για να σε
θυμάμαι, τα χνάρια σου είναι φρέσκα και το χώμα μαλακό, το άρωμά σου
διάχυτο και η αύρα σου αισθητή στο πέρας της διαδρομής, στο πέρας του
χρόνου που σε πίεζε, δε σ’ αγαπούσε, ήταν αντίπαλος σκληρός και άδικος
– μα πόσο άδικος – ήθελε να σε ξεπεράσει, να φτάσει πρώτος αυτός στο
τέλος του δρόμου κι όχι εσύ, εσύ που περπατούσες δίχως έγνοιες, φωτίζοντας
τη νύχτα ακόμα κι αυτή που σε πήρε ήταν ολόλαμπρη, σαν πρωινό από το
φως σου, σαν το πρωινό που μέσα στο όνειρό μου, μου ‘πες πως θα φύγεις,
πως είχες νικηθεί, πως μ’ αγαπούσες και να σου φιλήσω τους δικούς σου,
«τον άγγελό μου» είπες να σου προσέχω – και θα το κάνω – και χάθηκες
έξαφνα από μπροστά μου, δίνοντάς μου ένα χαμόγελο για να σε θυμάμαι,
να προσπαθώ να το μιμηθώ μου είπες και να σε θυμάμαι, να το προσποιούμαι
και ας μην το εννοώ και θα σε θυμάμαι – μα πώς να μη σε θυμάμαι που
ο δρόμος σου μ’ έχει παρασύρει κι όσο προχωράω τόσο πιο καθαρή γίνεται
η μορφή σου, σε σχηματίζω με κάθε λεπτομέρεια – σε θυμάμαι έτσι όπως
ήσουν και μου φαίνεται ξάφνου πως είσαι μαζί μου, πως δεν έφυγες ποτέ
και ήταν όλα μια απάτη, ως πετάρισαν τα βλέφαρά μου και για μια στιγμή
σ’ έχασα και τώρα τ’ άνοιξα και είσαι πάλι εδώ – μα δεν είσαι – η νύχτα
είναι πλανεύτρα και εγώ περπατάω μόνη μου, περπατά κι ο δρόμος είναι
άδειος, ταξιδεύω στο δρόμο που χάραξες για να σε θυμάμαι. Ταξιδεύω.
Θα σε βρω.
Λίζα Σπάτη
Γ’ Λυκείου
Ιδιωτικό Γενικό Λύκειο
«Ο Απόστολος Παύλος»
94. Πυξίδες
Κι όμως όλοι περπατάν σε μια ανώνυμη οδό.
Και είναι όλοι ανήσυχοι οδοιπόροι.
Ό,τι κι αν νομίζουνε πως ψάχνουνε,
χτυπούν τη λάθος πόρτα…
Εξάλλου, μες στα λάθη δεν είναι πάντοτε τα όνειρα?
Δείχνουν συνέχεια ένα μονόδρομο.
Στο τέλος καταδικάζουν σε βουβές πορείες μέσα στην ομίχλη.
Σε ποιανού το πρόσωπο
να βρει ο οδοιπόρος την πυξίδα?
Πυξίδες…
Μάλλον δεν υπάρχουνε…
Κι ούτε θα υπάρξουνε ποτέ…
Γοητευτικός είναι πάντα ένας τέτοιος μύθος.
Που λύνει το κουβάρι της απογοήτευσης.
Και που όμως όσοι τον πιστεύουνε,
καταλήγουνε ανήσυχοι οδοιπόροι…
Ηλιάνα Μαλούτα
Β’ Λυκείου
Ιδιωτικό Γενικό Λύκειο
«Ο Απόστολος Παύλος»
95. Δρόμος
Ησυχία. Ανοίγω τα μάτια μου και αντικρίζω το γκρίζο σώμα, τα άσπρα
χέρια που το πλευρίζουν. Το νιώθω κρύο και χιλιοχαραγμένο, πληγωμένο
από κάθε λογής λεπίδα. Στιγμές, άνθρωποι, εμπειρίες. Πόνος, αγάπη, φιλία,
απογοήτευση, αδιέξοδο. Αυτός είναι ο δρόμος μου, ο δρόμος της ζωής μου.
Μετατρέποντας τα γέρικά μου μάτια, σ’ αυτά γεμάτα απορίες που είχα όταν
ήμουν μικρός, σας γυρίζω πίσω, 72 χρόνια πριν, εκεί απ’ όπου άρχισε
η πορεία μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα ζητούσα να προχωρήσω.
Μια ανεκπλήρωτη επιθυμία για κίνηση έκαιγε συνέχεια στο στήθος μου.
Όταν επιτέλους έβρισκα την ευκαιρία, δε σταματούσα πουθενά. Άγγιζα το
έδαφος και η κάθε κίνηση που έτεινα να κάνω προς τα μπρος, το κάθε βήμα
μου έδινε νόημα.
Η διαδρομή μου δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Για την ακρίβεια δεν ήταν
καν επαρκής. Όσα εμπόδια κι αν βρήκα, όσες δυσκολίες κι αν αντιμετώπισα
κι όλα όσα ένιωσα δεν ήταν ποτέ αρκετά για να με καταστήσουν ευχαριστημένο.
Ήθελα κάτι παραπάνω. Συνάντησα πολλά κόκκινα φανάρια στο δρόμο μου και
συχνά απογοητευόμουν με την ατελείωτη αναμονή, ώσπου να γίνει πράσινο.
Φρόντιζα να πορεύομαι με ασφάλεια και να οδηγώ τον εαυτό μου με σύνεση
σύμφωνα με το χάρτη μου. Πολλές φορές όμως κάτι παρέμβαινε στην πορεία
μου και κατέληγα σε φριχτά αδιέξοδα. Τότε ήταν που έπιανα τον εαυτό
μου να απογοητεύεται, όχι όμως τόσο ώστε να σταματήσω.
Στην εφηβεία μου το οδόστρωμα είχε πολλά προβλήματα υποδομής. Μπορώ
να πω ότι ήταν η πιο μεγάλη ανηφόρα που διάβηκα ποτέ. Για πρώτη φορά
ένιωθα ότι ήμουν ικανός να κάνω τα πάντα. Τώρα η επιθυμία που είχα μικρός
για κίνηση μεγάλωνε όλο και περισσότερο καθώς περνούσαν οι μέρες. Ήμουν
ελεύθερος να ζήσω τον πόθο μου για περιπέτεια. Δυστυχώς δεν ήμουν πάντα
τόσο τυχερός. Έπεσα και ξανασηκώθηκα, απογοητεύτηκα και η ελπίδα μου
αναπτερώθηκε, πόνεσα και γιατρεύτηκα μόνος. Πάντα βάδιζα μόνος, αλλά
τα κατάφερνα.
Επέλεξα να διαβαίνω μόνος, για να μπορώ να απολαμβάνω ολοκληρωτικά την
κάθε εμπειρία. Σύντομα όμως αυτό άλλαξε. Έμαθα να μοιράζομαι τα πάντα
κι ευθύς κατάλαβα ότι αυτό ήταν το μόνο λάθος που έκανα τόσα χρόνια,
δεν είχα συνταξιδιώτη. Νόμιζα ότι τίποτε δε θα μπορούσε να συμπληρώνει
καλύτερα την ψυχή μου από την ελευθερία μου. Ωστόσο δεν αρκέστηκα μόνο
σ’ αυτό. Πριν καν το καταλάβω είχα να φροντίσω άλλους δυο συνταξιδιώτες,
τους πιο μικρούς και όμορφους πεζοπόρους στον κόσμο.
Ούτε αυτή η χαρά κράτησε για πολύ όμως. Μεγάλωσαν γρήγορα και σε κάποιο
σταυροδρόμι έπρεπε να τους αποχωριστώ. Κρατούσαν στα χέρια τους ήδη
τους δικούς τους χάρτες και είχαν μάθει όλα τα απαραίτητα. Επίπονο,
αλλά κατά κάποια περίεργη έννοια χαιρόμουν που ακολουθούσαν τη δική
τους πορεία. Όπως αυτοί, έτσι κι εγώ, έπρεπε να συνεχίσω πάλι μόνος.
Αναμνήσεις. Μικρά κομμάτια από τα χρόνια που πέρασα μαζί τους ξεπηδούσαν
από το μυαλό μου και τα θυμόμουν με κάθε λεπτομέρεια. Περήφανος για
τον εαυτό μου, που φάνηκα άξιος να οδηγήσω τα παιδιά μου ως το σωστό
μονοπάτι, συνέχισα με αποφασιστικότητα. Κάτι όμως έσβηνε. Η φλόγα μου
για αναζήτηση και περιπέτεια ήταν ακόμα εκεί, μα οι αντοχές μου άρχισαν
να με προδίδουν. Περίεργοι πόνοι κατέκλυζαν το σώμα μου κατά διαστήματα
κι ανησυχούσα. Κάποια μέρα πήρα την απόφαση να αφεθώ στα χέρια άλλων.
Εγώ φρόντισα όσους έπρεπε να φροντίσω και επαινώ τον εαυτό μου γι’ αυτό,
αλλά δεν μπορούσα να περπατήσω άλλο.
Και να ‘μαι λοιπόν εδώ. Συνέλεξα αναμνήσεις, γιατί η ζωή είναι οι αναμνήσεις
μας. Άφησα οποιοδήποτε συναίσθημα να με πλημμυρίσει, γιατί το συναίσθημα
είναι ανάσα και η έκφραση απελευθέρωση. Το πιο σημαντικό όμως είναι
ότι ακολούθησα τα όνειρά μου, τα έκανα πραγματικότητα και δε στάθηκα
πουθενά. Πίστεψα σε μένα, κατάφερα να προχωρώ πάντα μπροστά, χωρίς να
έχουν σημασία όσα είχαν προηγηθεί. Μακάρι όμως η ζωή να μην ήταν μονόδρομος…
Ίσως κάποια μέρα να βρω τρόπο να ξαναζήσω λίγο από το παρελθόν μου.
Ως τότε, τα λέμε στην επόμενη στροφή.
Αυτός είναι ο δρόμος μου. Ο δρόμος της ζωής μου. Ησυχία…
Εμμανουέλα Παπουή
Α ‘ Λυκείου
Ιδιωτικό Γενικό Λύκειο
«Ο Απόστολος Παύλος»
96. Ο δρόμος
« Άντε ! Φάνη , αγόρι μου ! Σήκω ! Πρώτη μέρα στο σχολείο σήμερα ! »
« Ναι , μάνα , ναι σηκώνομαι ! ... » . Η πρώτη ακτίνα του ανοιξιάτικου
ήλιου που τρύπωσε απ’το μικρό παραθυράκι ξύπνησε το Φάνη και πάει το
όνειρο , παν οι αναμνήσεις οι γλυκές της πρώτης μέρας στο σχολείο .
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που’ταν ένα μικρό σχολιαρόπαιδο . Είκοσι
χρόνων τώρα , παληκάρι ! Ξύπνησε μ’ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη
κράτησε όμως λίγο, πολύ λίγο : γύρω του η πραγματικότητα , οι τέσσερις
τοίχοι του κελιού της φυλακής!
Η βαριά σιδερένια πόρτα άνοιξε διάπλατα μ’ένα φριχτό θόρυβο . Δυο γεροδεμένοι
άντρες τον άρπαξαν βίαια από τους ώμους και τον έσυραν έξω απ’το κελί
, έξω απ’το σπίτι του τα δύο ολόκληρα χρόνια .
Τώρα πια διάβαινε τη φοβερή πόρτα . Πού θα βάδιζε άραγε , στην ελευθερία
ή … στο θάνατο ;
Οι δυο φύλακες οδήγησαν τα βήματά του έξω απ’τις φυλακές . Κι εκεί έξω
ήταν η άνοιξη ζωντανή και μυρωδάτη όπως την θυμόταν , ίδια κι απαράλλαχτη.
Ένα, ένα ήρθαν στο μυαλό του τ’αγαπημένα πρόσωπα και το πιο αγαπημένο
απ’όλα το πρόσωπο της μάνας του . Πόσο θα’θελε να τους σφιχταγκαλιάσει
όλους , πόσο θα’θελε να την σφιχταγκαλιάσει !!!Πού να’ξερε πως εδώ κι
έναν χρόνο αυτή η μάνα είχε κοιμηθεί έναν ύπνο … ατελείωτο . Πολύ σύντομα
θα πήγαινε κι αύτος κοντά της και θα’μενε μαζί της μια αιωνιότητα .
Στην αυλή των φυλακών ήταν μαζεμένος κόσμος πολύς αναμεσά τους ο Φάνης
ξεχώρισε τη μικρή του αδερφή , μαθήτρια λυκείου ακόμη και την Άννα ,
την αγαπημένη του . Λίγες στιγμές πριν τον ρίξουν πίσω απ’τα κάγκελα
της φυλακής η Άννα κι αυτός είχαν δώσει αμοιβαίους όρκους αγάπης . Οι
δυο κοπέλες έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν . Τα μάτια τους ήταν πρησμένα
και κατακκόκινα απ’το κλάμα . Μετά ήρθαν ο Κωστής , ο Γιώργης κι ο Νικόλας
, φίλοι , συμμαθητές και συμπολεμιστές . Αυτοί προσπαθούσαν να κρατήσουν
τα δάκρυα εκεί , στη θέση της καρδίας δεν τ’άφησαν να τρέξουν στο πρόσωπό
τους περήφανοι για το φίλο τους . Ό,τι μπορούσε το’δωσε στην πατρίδα
: την πίστη του , την αγάπη του και σε λίγο τη ζωή του !
Ήταν έτοιμος τώρα να διαβεί « το δρόμο » προς το θάνατο . Ο κόσμος φωνάζει
, κλαίει , παραμιλάει . Οι ντουφεκές των Τούρκων τους σταματούν για
λίγο κι έπειτα πάλι . Η φωνή τους ακούγεται σ’ολόκληρη τη Σμύρνη .
Τα βήματα που τον χωρίζουν απ’την κρεμάλα όλο και λιγοστεύουν , λιγοστεύουν
. Ο δρόμος τελείωνει . Περπατά με αργό , σταθερό βηματισμό . Ο δρόμος
… Δεξιά κι αριστερά του σκόρπιες οι αναμνήσεις των 20 χρόνων της ζωής
του. Βλέπει τη μάνα του να του μπαλώνει το κόκκινό του πουλόβερ , το
Γιώργη , τον Κωστή και τον Νικόλα να σκαρώνουν μαζί του φάρσες στο σχολείο
. Θυμάται ακόμη τη μέρα εκείνη που η αδερφή του έπεσε και χτύπησε άσχημα
το πόδι της κι εκείνος έτρεξε αμέσως την πήρε στην αγκαλιά του και την
πήγε στον κυρ-Φώτη , το γιατρό . Θυμάται ακόμα το φρικτό που έκαναν
οι Τούρκοι στο διπλανό χωριό , όταν μάζεψαν στο σχολείο κι έσφαξαν ένα
, ένα όλα τα κορίτσια του χωριού … Τότε ήταν που άναψε μέσα του η φλόγα
της αγάπης για την πατρίδα , για την ελευθερία !!!
Θυμάται , θυμάται , θυμάται . Πότε πρόλαβε και τα θυμήθηκε όλα αύτα
; Μα , να ο δρόμος έφτασε στο τέλος του . Ανέβηκε τα σκαλιά της ξύλινης
εξέδρας … Η Άννα του φώναξε το τελευταίο « Σ’ΑΓΑΠΩ !!! » αλλά ο Φάνης
δε μπορούσε να της απαντήσει πια …
Όλγα Τάσση
Α’ Λυκείου
Ιδιωτικό Γενικό Λύκειο
«Ο Απόστολος Παύλος»
97. Μονόδρομος
Μια μικρή ιστορία επιστημονικής φαντασίας.
Χρειαζόσουν τουλάχιστον 48 ώρες για να διασχίσεις την Μεγάλη Πόλη.
Με αεροπλάνο ήταν βέβαια πολύ πιο λίγο, μόλις 2,5 ώρες με τα υπερσύγχρονα,
μιας χρήσης, Ζορμπάνσκι 27. Το υπόγειο τρένο είχε καταργηθεί από καιρό
για προφανείς λόγους. Με βιοδιασπώμενο ημιαυτόματο ταχυλεωφορείο και
τέσσερεις εναλλασσόμενους οδηγούς γινόταν κάθε διήμερο το μοναδικό επίγειο
δρομολόγιο, Έξω Πόλη προς Έσω Πόλη. Κανείς δεν είχε καταλάβει γιατί
δεν γινόταν ποτέ το αντίστροφο. Η κίνηση μέσα στην πόλη ήταν συνεχώς
προς μία κατεύθυνση, μονόδρομος, από τ’ ανατολικά προς στα δυτικά. Η
Έσω Πόλη ήταν το τελικό σύνορο, μετά από εκεί άρχιζε ο σκοτεινός ωκεανός.
Οι άνθρωποι που έφταναν σ’ εκείνα τα μέρη έμεναν εκεί για πάντα, έτσι
λοιπόν το σκέφτονταν πολύ πριν ξεκινήσουν. Οι περισσότεροι αποφάσιζαν
να κάνουν αυτήν τη διαδρομή προς το τέλος της ζωής τους για να δουν
ολόκληρη την πόλη τους έστω για μια φορά. Η Έξω Πόλη αντίθετα επεκτεινόταν
συνεχώς, δεν υπήρχε κανένα φυσικό όριο για να σταματήσει την ανθρώπινη
όρεξη για φρέσκια παρθένα γη και πρώτες ύλες. Όσο για τα αεροπλάνα,
το εργοστάσιο παραγωγής τους ήταν φυσικά στην Ανατολή μαζί με όλα τα
άλλα εργοστάσια και τις πολυώροφες φάρμες. Ο περισσότερος ενεργός πληθυσμός
ζούσε γύρω από τις μονάδες επεξεργασίας, σε μάλλον άθλιες συνθήκες που
ελάχιστοι όμως είχαν την οποιαδήποτε διάθεση ν’ αμφισβητήσουν. Οι φυλακές
ήταν εγκατεστημένες στα δυτικά, όπου στελνόταν με συνοπτικές διαδικασίες
κάθε ύποπτος για αντικοινωνική συμπεριφορά.
Πήρε τη δουλειά του οδηγού λεωφορείου σε μια στιγμή απελπισίας. Πλήρωναν
βέβαια μια παχυλότατη αμοιβή για μια ολιγόμηνη απασχόληση. Ο κάθε οδηγός
που ξεκινούσε από την Ανατολή κατέβαινε μετά από το ? της διαδρομής
στην επόμενη στάση και με πληρωμένα όλα τα έξοδα έμενε σε διαθεσιμότητα
για 3 βδομάδες. Μετά ερχόταν η σειρά του να αντικαταστήσει κάποιον από
τους επόμενους οδηγούς που θα έφταναν από τα ανατολικά και θα οδηγούσε
μέχρι την επόμενη στάση όλο και πιο δυτικά, όλο και πιο κοντά στο τέλος
της διαδρομής. Η πρώτη βάρδια του πέρασε μάλλον ευχάριστα. Νεαρά αγόρια
και κορίτσια, οπαδοί της Εκκλησίας των Ανέργων μαζί με τα ηλικιωμένα
μέλη της Χορωδίας των Ανθρακωρύχων που μόλις είχαν βγει στη σύνταξη,
τραγουδούσαν συνέχεια σ’ όλη τη διαδρομή από την Έξω στην Ενδιάμεση
Πόλη. Τους αποχαιρέτησε χωρίς ιδιαίτερη θέρμη και εγκαταστάθηκε στο
καλύτερο ξενοδοχείο μιας κατά τα άλλα μουντής και επίπεδης συνοικίας,
όπου δέσποζαν το τεράστιο γρανιτένιο Χρηματιστήριο και το γυάλινο Εμπορικό
Κέντρο. Οι τρεις βδομάδες πέρασαν δύσκολα, δεν ήξερε κανέναν και στα
μπαρ η στολή του οδηγού αποθάρρυνε κάθε πιθανότητα για κάτι περισσότερου
από ένα περιστασιακό απρόσωπο πήδημα. Στην Ενδιάμεση Πόλη έκανε το περισσότερο
γαμήσι της ζωής του μέχρι τότε, αλλά και η Λώρα του έλειψε περισσότερο
από ποτέ.
Στη Μεσαία Πόλη οι οδηγοί φιλοξενούνταν με όλες τις τιμές στο Δημαρχιακό
Μέγαρο. Ο Δήμαρχος της Μεγάλης Πόλης, ο Ραβίνος Αλί Μαρσατζανί, κατοικούσε
στο συγκρότημα του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Συμφιλίωσης, στο μέσον
της πόλης, δίπλα από τη πολύβουη στάση των λεωφορείων. Ένα πολύχρωμο
ποτάμι πιστών σε αέναη κυκλική κίνηση κατέκλυζε τους δρόμους της Μεσαίας
Πόλης, τους υπεράριθμους ναούς, τα μαγαζιά, τις αυλές και τις ταράτσες.
Κάθε σπιθαμή ελεύθερου χώρου ήταν κατειλημμένη από ανθρώπινα πλάσματα
σε μια απελπισμένη αναζήτηση ψυχικής ανακούφισης, εγκλωβισμένα για πάντα
εκεί αφού δεν τολμούσαν να πάνε μπρος και δεν μπορούσαν να γυρίσουν
πίσω. Ο οδηγός που θα τον αντικαθιστούσε όταν έφτασε στη Μεσαία Πόλη,
ένας νεαρός δικηγόρος με πολλά χρέη στ’ ανατολικά, αρνήθηκε να ανέβει
στο λεωφορείο επικαλούμενος την πρόσφατη χειροτονία του ως ιερέας τρίτης
τάξης. Η εταιρεία Μεταφορών δεν έπαιζε με τα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών,
ο ίδιος ο Ραβίνος Μαρσατζανί έδωσε την εντολή να δέσουν τον απείθαρχο
οδηγό πάνω στο τιμόνι και να του κόψουν το ένα πόδι. Πέρασε τις τρεις
βδομάδες στην μυστική βιβλιοθήκη του Μεγάρου, στην πινακοθήκη των απόκρυφων
απεικονίσεων και στο θάλαμο των απαγορευμένων ταινιών, μιας και η βεβαιότητα
ότι θα έφευγε σύντομα από εκεί του εξασφάλισε πρόσβαση Α’ κατηγορίας.
Η διαδρομή από τη Μεσαία Πόλη προς την Παράμεση Πόλη ήταν ήσυχη. Λίγοι
ταξιδιώτες, καλός καιρός, ελάχιστο μποτιλιάρισμα. Έφτασαν ξημερώματα
και στο πρώτο φως της ημέρας αντίκρισε μια πανέμορφη γειτονιά με χαμηλά
σπίτια, πάρκα και ήρεμους ανθρώπους. Η πολύ θετική πρώτη εντύπωση εξισορροπήθηκε
τις επόμενες μέρες με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Οι άνθρωποι στην Παράμεση
Πόλη δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Όλα ήταν υστερικά οργανωμένα
με μια εκνευριστική έλλειψη λόγου, ακόμα και τα λιγοστά ραδιόφωνα έπαιζαν
μόνο μουσική. Περπάτησε πολύ στην Παράμεση Πόλη, μόνος του. Συμφιλιώθηκε
με την ιδέα του μονόδρομου, τίποτα από αυτά που άφηνε πίσω του δεν θα
του έλειπαν πια, ίσως λιγάκι η αίσθηση της έντασης σ’ έναν άγριο καυγά,
κάτι πολύ συνηθισμένο στην πρωτόγονη Έξω Πόλη.
Η Έσω Πόλη δεν ήταν τίποτε το παράξενο ή εξωτικό, παρά τις απίθανες
φήμες που κυκλοφορούσαν στ’ ανατολικά. Ο ήλιος έδυε στη θάλασσα όταν
έφτασαν, ένα θέαμα που δεν έχασε από τότε καμιά μέρα της υπόλοιπης ζωής
του.
Δέσποινα Χαραλάμπους
98. Χειμέρια νάρκη
Μια μικρή ιστορία επιστημονικής φαντασίας.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα τον Αβρούμη να μου χαμογελά σαρκαστικά.
Το κωλόπαιδο! Είχε βουτήξει την πρώτη βάρδια με μυξοκλάματα στον προϊστάμενο
και μ’ έριξαν εμένα ξανά στο ‘γερμανικό’ νούμερο: Δεκέμβριο-Ιανουάριο.
Για την τρίτη βάρδια δεν το συζητώ, την είχαν καπαρωμένη οι παλιοί.
Από τον Οκτώβριο που αρχίζει η χειμέρια νάρκη δεν κοιμούνται όλοι μαζί
αλλά σταδιακά ανά οικοδομικό τετράγωνο και ανά όροφο, από πάνω προς
τα κάτω με τελευταία τα μαγαζιά του ισογείου. Έτσι μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου
βρίσκεις που και που κάποιον άνθρωπο να μιλήσεις ή να σου σερβίρει ένα
τελευταίο ποτό. Το ίδιο και το Φλεβάρη, μετά τις 25 ξυπνούν οι πρώτοι
στα νοσοκομεία και στις βάσεις του στρατού και μέχρι το τέλος Μαρτίου
οι δρόμοι ξαναγίνονται αδιάβατοι από τα πολλά αυτοκίνητα και τους ανθρώπους
που βγαίνουν για φαγητό.
Σηκώθηκα, πλύθηκα και ξυρίστηκα με κρύο νερό, δεν ήθελα να σπαταλήσω
νωρίς τα τις 180 μονάδες ενέργειας που μου αναλογούσαν. Δεν ξέρω γιατί
κάθε χρόνο ξυρίζομαι με τόση επιμονή, αφού πιθανότατα ούτε φέτος θα
δω κανέναν εκτός ίσως από το φύλακα της απέναντι πλευράς της μεγάλης
λεωφόρου που έτσι κι αλλιώς είναι πολύ μακριά για να διακρίνει ότι δεν
μου πάει καθόλου το μούσι. Σκατά! Αυτή η δουλειά, αν και πληρώνει καλά,
μου προκαλεί τελικά κατάθλιψη. Και να φανταστείς, εγώ δεν ψήφισα υπέρ
της χειμέριας νάρκης πριν από εννιά χρόνια, στο δημοψήφισμα. Το 77%
όμως προτίμησε τη νάρκωση από τη σκληρή οικονομία στην ενέργεια, είπαν
και κάποιοι πουλημένοι γιατροί ότι δήθεν με τον καλό ύπνο θ’ αυξηθεί
αρκετά ο μέσος όρος ζωής και θα ‘ρθει μία η άλλη με την απώλεια των
πέντε-‘ξη μηνών κάθε χρόνο, και να ‘μαι εδώ στο καταχείμωνο να περιπολώ
στην κοιμισμένη πόλη. Το σκέφτονται, λέει, και για το καλοκαίρι, ένα
μήνα μόνο –τον πιο ζεστό- για να γλυτώσουν από τα κλιματιστικά. Τουλάχιστον
τότε θα μπορώ να κάνω και κανα μπάνιο.
Η πρώτη βδομάδα πέρασε πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Το κρύο ήταν υποφερτό
και είδα όλες τις ταινίες του καλοκαιριού. Στην περιπολία πέρασα από
το σπίτι της μητέρας μου και πότισα τα λουλούδια της, έφτιαξα τη τσουλήθρα
για τ’ ανίψια μου που είχε πέσει, άλλαξα τους ορούς στο νοσοκομείο και
κούρεψα το γκαζόν του προεδρικού μεγάρου. Τη δεύτερη βδομάδα έβρεχε
συνεχώς, το έριξα στις τσόντες μέχρι που πόνεσε όλο μου το σώμα. Μέχρι
το τέλος Δεκεμβρίου κρατήθηκα ως συνήθως από την περιέργειά μου. Έμπαινα
στα διαμερίσματα των κοιμισμένων και ψαχούλευα τα πράγματά τους: φωτογραφίες,
κρυμμένα ημερολόγια, απαγορευμένα ‘παιχνίδια’ και καταχωνιασμένα όνειρα.
Πολλοί και πολλές κοιμόντουσαν γυμνοί, δεν τολμούσα όμως ν’ αγγίξω τις
γκόμενες μετά το κάζο που έπαθε πρόπερσι ο Καμπόλης κι έφαγε δέκα χρόνια
φυλακή. Το χειρότερο όμως είναι τα πεκινουά. Αυτά τα ηλίθια σκυλιά δεν
τα πιάνει καλά η νάρκωση και συχνά ξυπνάνε στη μέση του χειμώνα κι αρχίζουν
να σουλατσάρουν στους δρόμους με την απαίσια μούρη τους. Φέτος πάλι
αναγκάστηκα να κυνηγήσω δυο-τρία για ευθανασία.
Στις αρχές Γενάρη ξόδεψα τις περισσότερες μονάδες ενέργειας, δεν άντεχα
τα βράδια χωρίς φως. Μετά τις 7 του μήνα σημείωνα τις μέρες στον τοίχο
σαν φυλακισμένος. Στις 23, δεν άντεξα, πήγα σπίτι της. Την είχα γνωρίσει
στο τέλος του καλοκαιριού, είχαμε περάσει πολύ λίγες μέρες μαζί και
δεν ήθελα να χαλάσω με την αδιακρισία μου τη μαγεία μιας σχέσης που
ξεκινά. Κοιμόταν αγκαλιά με το γάτο της τον Πάκο, μόνη της, δεν έλεγε
ψέματα. Γνωριστήκαμε στο γυμναστήριο και από την αρχή ταιριάξαμε καλά.
Ήταν μοναχική όπως κι εγώ, καχύποπτη με τους άλλους, κυνική όσο δεν
παίρνει και ταυτόχρονα έβγαζε μια βαθειά μελαγχολία όταν τολμούσες να
την πειράξεις. Περίμενα την άνοιξη με ανυπομονησία, αν και θα ‘μουν
από τους τελευταίους που θα ξύπναγαν, για να πάμε παρακάτω. Της είχα
υποσχεθεί ότι δεν θα έψαχνα τα πράγματά της και με πίστεψε. Μα το Θεό,
δεν θα πήγαινα αν μου είχαν αφήσει λίγα μπουκάλια μπύρα παραπάνω. Άνοιξα
τον υπολογιστή της, στο κάτω-κάτω αυτή δεν είχε βάλει password. Στο
Outlook κατάλαβα ότι αλληλογραφούσε με καμιά δεκαπενταριά ακόμη άντρες,
με πολλούς απ’ αυτούς φαινόταν ότι είχε συναντηθεί κιόλας.
Αυτή η δουλειά θα με φάει τελικά. Ξύπνησα τον επόμενο φύλακα μια μέρα
νωρίτερα, του ζήτησα να θάψει ένα ψόφιο γάτο που βρισκόταν πεταμένος
στο δρόμο και πήρα τα χάπια μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ένας καλός
ύπνος ήταν ό,τι χρειαζόμουν περισσότερο.
Δέσποινα Χαραλάμπους
99. Κάμερες παρακολούθησης
Μια μικρή ιστορία επιστημονικής φαντασίας.
Η ετυμηγορία του Διευρωπαϊκού Δικαστηρίου ήταν τελεσίδικη. Εφόσον οι
κυβερνήσεις των κρατών-μελών είχαν εκ του νόμου δικαίωμα να τοποθετήσουν
κάμερες παρακολούθησης σε δημόσιους χώρους, τότε και ο καθένας εκ των
πολιτών θα είχε τα ίδιο δικαίωμα. Την προσφυγή είχε κάνει μια οργανωμένη
ομάδα επαγγελματιών bloggers που διεκδίκησαν και κέρδισαν το δικαίωμα
να τοποθετούν συσκευές καταγραφής εικόνας και ήχου σε οποιοδήποτε χώρο,
εξωτερικό ή εσωτερικό αρκεί να είναι πράγματι δημόσιος, να έχει δηλαδή
οποιοσδήποτε πρόσβαση σε αυτόν ελεύθερα, άρα και -αντ’ αυτού- η κάμερά
του. Εκτός από τους επαγγελματίες της παρακολούθησης, κι άλλοι ελεύθεροι
σκοπευτές του διαδικτύου τοποθέτησαν τις δικές τους κάμερες σε διάφορα
σημεία της πόλης, αν και η σχετική άδεια δεν ήταν πολύ φτηνή.
Ο Γιάννης είχε εγκαταστήσει δύο μικρής εμβέλειας ασύρματα συστήματα
παρακολούθησης. Το ένα ήταν τοποθετημένο και σκόπευε το στενάκι του
σπιτιού του και το άλλο μετέδιδε εικόνα από το εσωτερικό μιας μικρής
τράπεζας στο απέναντι τετράγωνο. Αν και προτιμούσε το σούπερ μάρκετ,
δεν είχε προλάβει να μπει στις 28 άδειες που δόθηκαν, κι έτσι την τελευταία
στιγμή η τράπεζα ήταν η καλύτερη λύση. Το στενάκι δεν είχε ιδιαίτερη
κίνηση. Ο Γιάννης χαλάρωνε τ’ απογεύματα όταν γύρναγε απ’ την δουλειά
του κοιτώντας το δρόμο και τους ελάχιστους περαστικούς που πέρναγαν.
Καμιά φορά είχε και λίγη περισσότερη δράση με κάποιον που έπεσε και
χτύπησε ή το ασθενοφόρο που παρέλαβε το γεράκο από δίπλα. Αισθανόταν
ότι άρχιζε να μοιάζει στη γιαγιά του που τη θυμόταν να κάθεται στο μπαλκόνι
της και να παρατηρεί το δρόμο με τις ώρες. Όταν βαριόταν το δρόμο του,
έστελνε το σήμα του με link σ’ ένα φίλο του στη Θεσσαλονίκη κι εκείνος
του ‘στελνε πλάνο από μια γωνιά της παραλίας την ώρα της απογευματινής
βόλτας. Τουλάχιστον εκεί οι άνθρωποι φορούσαν τα καλά τους. Το υλικό
από την τράπεζα το έβλεπε σε play-back γιατί έλειπε τα πρωινά και συχνά
μόνο σε fast-forward γιατί ήταν τις περισσότερες φορές αργό και βαρετό.
Κατέγραψε μάλιστα και μια ληστεία τις προάλλες που τον έκανε πραγματικά
να διασκεδάσει. Κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν ο ληστής από τις φριχτές
πλαστικές παντόφλες που φορούσε. Ήταν ο συνταξιούχος πυροσβέστης από
το ισόγειο, αλλά δεν είχε κανένα σκοπό να τον καταδώσει.
Μετά από μερικές βδομάδες σχετικής ανίας, πρόσεξε μια κοπέλα. Κάθε Τρίτη
έμπαινε στην τράπεζα δώδεκα και δέκα ακριβώς, έπαιρνε 200 ευρώ από έμβασμα
και έφευγε βιαστικά. Σιγά-σιγά του έγινε εμμονή, φρόντιζε μάλιστα να
παίρνει άδεια τις Τρίτες για να την βλέπει ζωντανά να μπαίνει στην τράπεζα.
Με τον καιρό δεν του αρκούσε ούτε αυτό. Οι φίλοι του, αν και του έκαναν
άσχημη καζούρα, τον βοήθησαν να εντοπίσει την πορεία της όταν έβγαινε
από την τράπεζα. Η κάμερα στον παράλληλο δρόμο την έδειξε να μπαίνει
σ’ ένα μικρό αυτοκίνητο, οι πολλές κάμερες στη λεωφόρο κατάφεραν να
την πιάσουν να στρίβει τρία χιλιόμετρα πιο κάτω και –αν και δυσκολεύτηκε
πολύ σ’ αυτό- μια ξέμπαρκη κάμερα των μαθητών ενός σχολείου την εμφάνισε,
στην άκρη της οθόνης, να ξεκλειδώνει την είσοδο του σπιτιού της. Ο Γιάννης
ξόδεψε τα τελευταία του λεφτά σε ενισχυτή σήματος κι έβαλε μια καινούργια
κάμερα στο δρόμο της, χαρούμενος που θα μπορούσε πια να παρακολουθεί
από κοντά το αντικείμενο του πόθου του.
Δέσποινα Χαραλάμπους
100. Ακολουθώντας το Δρόμο μέσα στο Χρόνο…
Ο Δρόμος. Ο Δρόμος είναι χρόνος . Ο χρόνος είναι δρόμος.
Δρόμος που διανύεται , χιλιόμετρα που διασχίζονται , ζωές που εκτείνονται
...μέχρι εκεί που φτάνει ο δρόμος . Ο Δρόμος που σε πάει μέχρι εκεί
που φτάνει ο χρόνος , μέχρι εκεί που οι πόλεις χάνονται σε ανήλιαγα
χωριά , μέχρι εκεί που η πεδιάδα μπλέκεται στις εκβολές του ποταμού
, στις παρυφές του οικισμού στα πέρατα του στοχασμού …
Ο Δρόμος . Ο Δρόμος είναι χρόνος . Χρόνος Ελληνικός , μακρύς και σιωπηλός
στα πέρατα του κόσμου , στα πέρατα του χρόνου. Απ’ τον Περικλή στον
Μέγα Αλέξανδρο και στον Αριστοτέλη , χιλιόμετρα που διανύονται , ζωές
που αλλάζουν ,δρόμοι που χάνονται άλλοι που βρίσκονται , για να σε φέρουν
εκεί που θέλεις , ή μακριά από εκεί που περιμένεις ,Δρόμοι που μεταλλάσσονται
και όμως που μένουν ίδιοι , δρόμοι που σε φέρνουν πίσω εκεί όπου ξεκίνησες
και μένεις ΕΣΥ ν’ ακολουθήσεις τον δρόμο που οι άλλοι χάραξαν για σένα.
Γιατί ο Δρόμος είναι Χρόνος !
Ή μήπως όχι; αναρωτιέσαι καθώς ο δρόμος χάνεται στο βάθος του Χρόνου
, στο βάθος του Δρόμου…
Ειρήνη Σάϊκα
101. Υλήεσσα
Ποια ωδή στους ποιητάς να κάνω;
Όταν στα χνάρια τους πατώ επάνω
Ποιοι στίχοι να γραφούν σε χρώμα μπλε
Ποια φώτα να σου χαράξουν πορεία ουρανέ;
Η θάλασσα ξεπλένει τη σιωπή τους
κι αέρας μεταφέρει την πνοή τους
Αστροφεγγιές ξεχύνονται εμπρός στις αμμουδιές των οφθαλμών μου
Κάστρα υψώνονται στους λόφους των χεριών μου
Αιχμηρές λέξεις σχίζουν το βράδυ μου
Φοινικόδεντρα στολίζουν το σκοτάδι μου
Υλήεσσα νοστάλγησα τα όμορφα σου
Χρυσά πουγκιά σφαλίσανε και σφίξανε τη ματιά σου
Βενετσιάνικες καμπάνες χτυπούν από ψηλά
Ευχές διασπείρονται σε θάλασσες και βουνά
Ποιήματα και λέξεις γεμίζουν τα δάση του μυαλού
Σολωμός και Κάλβος φτιάχνουν ύμνους στη λήθη αυτού του νου!
Καραμούζη Φωτεινή
102. Περιοδεύοντας…
Χαράματα να σε κοιτώ
μέσα από χαραμάδες
ανέλπιστες κραυγές να σφυρίζουν
μέσα από σαράντα πλατάνια
βαθιά σε ρίζες του νερού
τα χέρια μου βουλιάζω
ν’ αγγίξουν τα ζεματιστά χνάρια
της Αρχαίας Θέρμας.
Ένα ταξίδι ατέλειωτο
που μόνο ήχο αφήνει πίσω του
σ’ έναν χωμάτινο πύργο.
Τραγούδια μιας κάποιας ηλικίας
φωτογραφίζουν αγάπες και χαμόγελα…
Ρωγμές σε κρύσταλλα
και το σκοτάδι γίνεται πηχτό…
Λέξεις ταξιδεύουν σε πολύχρωμους δρόμους
και χρωματίζουν εικόνες του νου.
Ύψος και γκρεμοί …
χτίζουν λίμνες μπροστά μου
κι εγώ σε δυο ρόδες επάνω
χαζεύω τα βράχια
να μου κλείνουν το δρόμο
να πνίγουν το χρόνο μου
να μαστορεύουν χάρτες
ν’ αλλάζουν διασταυρώσεις
και να με οδηγούν
σε πράσινες και θαλασσιές απολαύσεις…
Ο δρόμος μου άλλοτε πέτρινος
κι άλλοτε υγρός
να φτάνει σε νήσους ονείρων.
Αναζήτησα κοιλάδες, βάλτους
κι απέραντες εκτάσεις
και πάλι πίσω απ’ τα βουνά
μέσα σε πηγές
στην όαση του πουθενά
εκεί που μάτι δεν περνά
εκεί λοιπόν στα σκοτεινά
μα ίσως και φωτεινά… εκεί λοιπόν….
πάλι εμένα βρήκα!!!
Καραμούζη Φωτεινή
103. Πορεία στο σημαντικό
Μέρες πολλές περίμενα να έρθεις
σε έψαχνα στα φτωχά σοκάκια της γειτονιάς σου.
Δοξασμένε δρόμε της ερήμου
σαν την διαμαντένια άμμο να κατρακυλάς.
Άπλωσα την χούφτα μου για να σε πιάσω
μου ξέφευγες μέσα από τα δάκτυλα .
Άφθαστε ενός άλλου καιρού
στην αιωνιότητα της στιγμής ξένος να χωράς.
Ρεβέκκα Σιδηροπούλου
104. Ολυμπία, η νύφη της Αυστραλίας
(Απόσπασμα από το διήγημα)
…Σαν βρέχει έτσι όπως απόψε, όλες οι σάρες του βουνού μας κατεβάζουν
ρυάκια δυνατά κι έρχεται απ το Bαθυδιάσελο λάσπη απ τα παλιά ορυχεία.
Bογγάει αλλόκοτα το ρέμα, γίνεται θεριό, τρέχει να συναντήσει τον Tρικεριώτη.
Σα να παλεύει φωνάζοντας:
– Eίμαι ο δυνατότερος... το Tρανό το ρέμα
Δεν είναι τυχαίο τ όνομα που δώσαν οι παππούδες μας. Έχουμε τόσες θύμησες
κι ακούσματα για ανθρώπους που δεν σεβάστηκαν τη δύναμή του και τους
πήρε μαζί του στα βαθυά.
Ύστερα, την επόμενη μέρα η ομίχλη θα ταξιδέψει το τοπίο στους ουρανούς,
θα γλυκάνει τα γκρεμίδια κι ο αχός θα λιγοστέψει. Πλημμύρα οι μνήμες,
αγκαλιάζουν την σκέψη μου, την ταξιδεύουν.
– Kακό σημάδι, φώναζε η γιαγιά της. Στάσου παιδί μου να το σκεφτούμε.
– Θα φύγω... Eίπαμε το ναί...
Kοίταξε τη φωτογραφία του γαμπρού, την έβαλε στην τσάντα της κι εδώ
σ αυτό το μπαλκόνι, μας χαιρέτησε όλους, τυλίχτηκε σ ένα παλιό παλτό
κι έφυγε. Nα κατέβει στο ρέμα, να την περάσουν απέναντι οι χωριανοί,
να φτάσει στο μεγαλόδρομο, να πάρει τη συγκοινωνία για Aθήνα.
Ώς το μεγαλόδρομο. Mπορεί να πρόλαβε το πέρασμα, το θυμό του ρέματος,
αλλά πόσους κινδύνους έκρυβε το φαράγγι του Tρικεριώτη. Oκτώ χιλιόμετρα
μονοπάτι, ίσα που χωρά άνθρωπος κι αν κοιτάξεις ψηλά μια μικρή λωρίδα
ο ουρανός, σαν παιδική ζωγραφιά ανάμεσα στα ψηλά βουνά. Mεγάλες σάρες
με χαλιάδες*. Πουρνάρια, φιλίκια, αριές αγώνα ζωής δίνουν να κρατηθούν
και να κρατήσουν τα γκρεμίδια. Kάτω στα δυό μέτρα το ποτάμι αγκομαχά
κι υπάρχουν σημεία που απλώνεται σα θάλασσα, έτοιμο ν αρπάξει το δρόμο.
Tο καλοκαίρι μόνο είναι χαρά Θεού, δροσιά κι ένα μοναδικό ταξίδι στα
δικά του περάσματα.Tο χειμώνα κανείς δεν έφευγε μόνος του, κανείς δεν
ερχόταν μόνος του. Mάθαμε στη συντροφιά, στην καλή γειτονιά, στην αδελφοσύνη.
Mόνο ο Aποστόλης, ο ταχυδρόμος, ερχόταν μόνος του.Tα βράδυα, στο σπίτι
που τον φιλοξενούσε, καμάρωνε κάθε φορά για το κατόρθωμά του. Διηγόταν
ιστορίες αλλόκοτες για υπέροχες μουσικές, καλπασμούς αλόγων ή για κείνο
το φώς που τον προσπερνούσε, τον περίμενε κι ύστερα τον προσπερνούσε
πάλι σαν να τούδειχνε το δρόμο.
– H χάρη της...η Προυσιώτισσα γυιέ μου, έλεγε η μάννα μας...άναψε Oλυμπία
μου το καντηλάκι...
Μαρία Καρδαρά
105. Φωτεινή, η ξωθιά της χελιδόνας
Ανταριασμένο μου βουνό,μη βρέξεις, μη χιονίσεις,
εγώ το χιόνι κι η βροχή, εγώ κι η καταιγίδα,
εγώ νεράιδα γίνομαι,ξωθιά θα περπατήσω,
βουνό σε σε να ζήσω.
Σε ξένη γη κοιμήθηκα, σε σένανε ξυπνάω...
Γίνομαι αγέρας κι έρχομαι,βουνό μου να σε φτάσω,
σύννεφο γίνομαι βροχής, τα ελάτια σου ποτίζω,
γαλάζιο χιόνι του Μαρτιού,βουνό να σε δροσίζω.
Ανταριασμένο μου βουνό,βουνό μου Χελιδόνα,
άσε με δω στην κορυφή,στον έλατο αποκάτω,
να ρίξω ρίζα στο στρατί,ν απλώσω δυό κλωνάρια,
εδώ να στέκω,να κοιτώ,να βλέπω το ποτάμι.
να δω τη μάννα να διαβεί,στο σπίτι να ζυγώσει,
βουνό μου να σιμώσει...
Και σαν αγέρας να χυθώ,βροχή να τηνε φτάσω,
μαννούλα ν αγκαλιάσω.
Να δω τ αδέλφια να γυρνούν, ν ανοίγουν τ άδειο σπίτι
να μπώ κι εγώ να τους χαρώ,μαζί τους να γλεντήσω,
εγώ η ξωθιά που λαχταρώ,αδέλφια να φιλήσω.
Σε ξένη γη κοιμήθηκα,σε σένανε ξυπνάω...
Ανταριασμένο μου βουνό,μη βρέξεις,μη χιονίσεις,
εγώ το χιόνι κι η βροχή,εγώ κι η καταιγίδα,
εγώ νεράιδα γίνομαι,ξωθιά θα περπατήσω,
βουνό σε σε θα ζήσω.
( Απο το μυθιστόρημα," Φλουρί Κωνσταντινάτο ",εκδόσεις, Ελληνικά
Γράμματα )
Μαρία Καρδαρά
106. Εκείνη
Στη μέση γηπέδου
Εκείνη
Στην ουσία σε δρόμο που περνά μέσα του απλά
Όπως συχνά στα γήπεδα ζωής
Έχει διανύσει το δρόμο της
Ώριμη έφηβη πλέον
Όμορφη
Καλαίσθητη
Αγωνίστρια
Βοηθά ο δρόμος
Στο στόχο
Πηγαίνει προς τα εκεί η ώριμη χώρα
Νιώθω πρέπει να ξέρει πού τώρα
Πεδίο της ο δρόμος
Τα γήπεδα αναμνήσεις
Και η μέση οδός άυλη
Έως ανύπαρκτη
Ανάγκη για πρόθεση
Μαζί με προδρόμους
Μαρία Α. Αγγελή
Σεπτέμβριος 2010
107. Της σιωπής ο βράχος (συλλογή ποιημάτων)
Το ποίημα
Οι Μούσες μαζεύτηκαν
μια μέρα, να γράψουν
ποίημα για σε.
Αλλ’ ήταν δύσκολο
αυτό, σκέψεις, λόγια
και
λέξεις
όχι εύκολο να βρούν.
Του Απόλλωνα ζητούν
τη βοήθεια , κι αυτός
γνέφει,
ποίημα για το
ποίημα δεν μπορεί
να γραφτεί.
Η καλοσύνη των άστρων
Ψίθυροι από τον ουρανό
τις κραυγές γδύνουν,
το βάφτισμα του Αγαπώ
την άνοιξη καλεί
να φτερουγίσει.
Πάνω στη μνήμη πέφτει
φως θεϊκό, το χρόνο
να δαμάσει, οι φωτιές
σβήνουν τον καπνό,
την εκδίκηση τη
θυσιάζουν.
- Να μην ξανάρθεις να
μας δεις, να πας ψηλά
στ’ αστέρια, εκεί θα βρεις
παρηγοριά, τους γόνους.
Της σιωπής ο βράχος
Οίκο ψάχνεις
να βρεις νύμφη
ζωηφόρα, το γένος
των θηρίων νίκησες
στους άφθαρτους βράχους?
ποδοβολητά ευχών
στη θύρα της ψυχής σου
ήρθαν να στολίσουν
το δώμα των ματιών σου.
Γλυκιά φωτιά μέσα σου
ποτίζει το χρυσό λουλούδι,
νεράιδες θα το πάρουν
τη γαία να χρυσώσουν.
Μαρμαρωμένη αγάπη
Αέρας καυτός πάνω στο βαρύ χώμα
κι εσύ εκεί κάτω κινείσαι σθεναρά,
χωρίς δροσιά, χωρίς λουλούδια
ακούς βήματα λησμονιάς.
Ο εχτρός άρπαξε το βιός σου,
και το ψέμα σημαίες στήνει,
κάτω απ’ τη μαύρη γη
φωνή Σίβυλλας σε ανασταίνει,
κι εσύ προσμένεις ολόχαρη
τη λευτεριά!
Ιερά Οδός
Εσύ, διαβάτη, που κρατείς
στα μάτια σου
τη φλόγα της τύχης,
επιδρομέας,
με τους φίλους
θα’ρθουν, μα θα καούν
μην τους φοβάσαι.
Ο φόβος είναι κληρονομιά τους,
η δική σου,
τα αξιοθέατα πίσω απ’ τα μάτια.
Να τα απολαμβάνεις ? Κοίτα τα
αρώματα έξω απ’ το χρόνο
και τις αισθήσεις.
Το πνεύμα σου γλυπτό
γεννά
και βλέπουν οι σειρήνες.
Διαβάτη, το ιερό είναι
Ατμόσφαιρα
Ανάβλυσες καρπέ,
απ΄ του τροφού τη λάβα,
ολόγυμνα πέλματα
στου ουρανού τη στράτα,
πάλλεται ο πηλός
στη λευκή σου ρώμη,
ύφαινες τα πλούτη σου
στην αίγλη του ιστού σου,
επίγεια έξαρση στοργής
η μοίρα σου σκαρώνει.
Μνημείο
Ούρλιαξε ο πετρότοπος
απ’ τη λαίλαπα της πλάνης,
ένδοξη χλόη θέλγεται,
άκλαφτο το σκλαβοπούλι.
Άγραφοι νόμοι απόθεσαν
όρκους μεστούς στις ρίζες,
βίον ανθηρό μαρτυρεί
το θαλερό μνημείο.
Του ταξιδιού ο ίλιγγος
Νωπό το δέος?
όταν την αυλαία
ανοίγει ο θυροκράτης,
ομήγυρη ψυχών
στο λιβάδι της ζωής.
Ούριος άνεμος φέρνει ανεμοζάλη
και με κύμα
θρεμμένο
με πίστη
πεθαίνει
το πένθος.
Ωραία κοιμωμένη
Μαύρο το νυχτικό σου
πλημμυρισμένο με ύπνο
στολισμένο με όνειρα
από χέρι πονηρό.
Το φως του ήλιου
σε αγγίζει κι εσύ
σαλεύεις ξένη
σε στρώμα ξένο.
Ωραία κόρη, ντύσου
με τη φωνή της
αλήθειας
η ομορφιά
σε καλεί κοντά της.
Sellas
Ο τρύγος, της σιωπής
σκίρτημα
ελευθερίας φτερώνει,
κυοφορεί το εκμαγείο
της λάμψης,
φωτίζει τους κλώνους
μ’ άγια αισθήματα.
Ανεξίτηλες θύμησες
εμποτισμένες με γαλήνη
διαλαλούν με άσπιλους
μανδύες την αλάλητη
ίαση,
κι οι άνομες σκιές,
με σάβανα ντυμένες.
Δημήτρης Τσιγκράκης
108. Ο Δρόμος…. στα Στερνά σου
Μονάχος βαδίζεις ξανά στον ίδιο δρόμο που για πρώτη φορά το φως αντίκρισες
αυτού του κόσμου. Καλοθελητές με σιγουριά σου παν πως είναι δικός σου.
Πως ναι…..στη χούφτα σου χωρά για να τον κλείσεις, να τον πλάσεις με
χρώματα
και αρώματα και σχήματα δικά σου.
Πως το γαλάζιο της θάλασσας και το χρυσοκίτρινο του ήλιου ανήκει μοναχά
σε σένα.
Οι Πέρσες έχασαν τη μάχη και στης Ασίας κρύφτηκαν τα βάθη, φοβούμενοι
τους Δωριείς και σένα.
Πως Εσύ, μονάχα Εσύ ορίζεις της μοίρας, τα γραμμένα.
Παιδί με θέληση αθώα πίστεψες πως το παραμύθι της ζωής θα ήταν όπως
όλα τα άλλα. Στρατιώτης ρίχτηκες στη μάχη με όπλο τη δύναμη της νιότης,
έτοιμος το πυρωμένο ατσάλι στο στήθος σου να αντέξεις. Μόνη συντροφιά….
η υπόσχεση πως Ναι…. αυτός ο τόπος είναι μοναχά δικός σου. Ξεκίνησες
γοργά λοιπόν μη χάνοντας καθόλου χρόνο, το δίκαιο μονοπάτι να προλάβεις.
Και όταν ο πόνος από το δόλο στα βλέμματα, αβάσταχτος στο είναι σου
κυλούσε βρίσκοντας πάντα χαραμάδες τη ψυχή και το μυαλό σου να μολύνει,
το Μπράβο από τους καλοθελητές, εικόνα άγια στα χέρια σου κρατούσες.
Είδες το αίμα της καρδιάς σου να βάφει όλες τις πέτρες μα εσύ συνέχισες
και ας μη βαστούσες. Το Μπράβο των καλοθελητών σου πάντα προσδοκούσες.
Αλχημιστής πια στα Στερνά σου, με δάκρυα ψάχνεις ακόμα τη συνταγή, το
Δράκο να σκοτώσεις. Οι στάχτες από τα συντρίμμια των ονείρων λούζουν
σαν θείος αγιασμός πια τη ψυχή σου, να μην πονά για όσα δεν τόλμησε
και άλλα πολλά που στα μεσά του δρόμου από Φόβο και Ανάγκη εγκατέλειψε.
Και δίπλα…. στο τραπέζι του χρόνου οι αναμνήσεις σαν άλλοι Είρωνες το
μυαλό σου να παιδεύουν. Καλοθελητές, συμβουλάτορες και τόσοι άλλοι στο
τέλος της διαδρομής πως βρέθηκαν εμπρός σου; Τις δάφνες πως τις πήρανε,
πως τους πλέξανε στεφάνια αφού η ανηφοριά μοναχά εσέ είχε διαβάτη;
Βαθιές ρυτίδες σου σκίασαν την όψη, τα βλέφαρα με δυσκολία αντικρίζουνε
το φως της μέρας, το κορμί γυρτό και κουρασμένο…… μα το μικρό παιδί
δεν μεγάλωσε ακόμα. ΄Ερχεται στον ύπνο σου τα βράδια, το χέρι σου κρατά
κάθε φορά που την ανηφοριά του δρόμου, με αγκομαχητά ανεβαίνεις. Με
χαμόγελο κοιτά και γνέφοντας σου δείχνει το δύσβατο το μονοπάτι.
΄Αλλοτε πάλι αχόρταγο με παράπονο στα χείλη σου λέει ψυθιριστά ‘’ ΄Εχεις
λίγο δρόμο ακόμη… οι Μοίρες των Γενναίων σου πλέκουνε στεφάνι και ας
έχεις κάνει λάθη. Κοιτά μπροστά και όχι πίσω. Τους Είρωνες του δρόμου
σου αγνόησε, τη γνώμη και τα χειροκροτήματα των δούλων τους, μη συμμερίζεσαι’’.
Και εσύ γέρος μα με τόση Πείρα πλέον…. έκανες ότι μπορούσες. Δεν έκλεισες
ποτέ στη χούφτα σου αυτό το τόπο, σε πρόδωσαν βλέμματα, λόγια και υποσχέσεις
δόλου, Κανείς δεν σου πλέξε στεφάνι, η ανάγκη σε λύγισε, έπεσες σε δίχτυα
πλάνης, μα έκανες ότι μπορούσες.
Την εικόνα και το παράπονο του μικρού παιδιού έχεις τώρα πια ξορκίσει.
Αυτό που μοναχά γαλήνια προσμένεις μετά το μακρινό με λύπες και χαρές
ταξίδι, είναι τα μάτια σου να κλείσεις, σε αυτά τα χώματα, σε αυτούς
τους δρόμους που κάποτε περπάτησες. ΄Αλλωστε από παιδί αληθινά αυτό
ζητούσες……
΄Ελενα Τζήκα
109. "Στενά" 'Όνειρα
Δρομάκια κρυμμένα
σε όνειρα χαμένα
κι οι δρόμοι των φόβων
σ' ακούνε κρυφά
σαν μαυρες σκιές
σε δρόμους στενούς
σ' άγνωστους κόσμους
μα τοσο γνωστούς
Σαν τη φωτια
που λίγο κοιτάς
σαν άγρια φώτα
που θα προσπερνάς
Ανέστης Κιοσσές
110. Δρόμοι
Να σου μιλώ
μα εσύ με τους θλιβερούς σου να συνδιαλέγεσαι
με τους δρόμους που βήματα βαριά τους ποδοπάτησαν
και όλες οι ώρες τους έχουν προσπεράσει από καιρό
Το ρολόι του δημαρχείου σημαίνει δώδεκα
Έφτασε ακάμα μια Άνοιξη
σε λυχνάρι μέσα της Βερενίκης αχτένιστη κόμη
να αλαργεύει το κακό
Ξεθύμανε ύστερα ένα πνεύμα
από τη λαμπερή τρυπίτσα – σα Ψυχή
κι απλώθηκε στα λευκά μάρμαρα της πλατείας
στο ακροκεραύνιο θυμικό-
ένα πνεύμα σαν τεράστιο σύννεφο
και τα βιολιά πίσω απ’ τα δέντρα
απαλά σε adagio – να βήχεις κρύο ιδρώτα
Και να επιστρέφουν οι δρόμοι -
σημαιοφόροι κι ολόσωμοι
δίχως τα σωστά ίχνη
με αρπισμούς ακαριαίους
λανθάνων προσανατολισμός
Να επιστρέφουν οι νεκροί σου
από τους ίδιους δρόμους που κάποτε
σ’ εγκατέλειψαν-
Ασβεστωμένος χρόνος
η ζωή σου
κι όλες οι ζωές
που δεν χώρεσαν ποτέ σ’ αυτή την πόλη
που σαν δανεικιά_
1.Τα περάσματα των δρόμων που αγάπησα? οδυνηρά–
η βλάστηση και οι κήποι γίνανε πολυκατοικίες και λησμονιά/
στοιβαγμένες οι άλλοτε μεγάλες Ιδέες σε αυταπάτες –
καταχωνιασμένες δυο μέτρα κάτω από λάδια και μπετό–
και οι ήρωες των βιβλίων μου δέντρα στις λεωφόρους
ευτυχώς-ευτυχώς αειθαλή ο Αναγνωστάκης – ο Χειμωνάς
ο Ασλάνογλου – ο Θασίτης/ Πολλή Άνοιξη πέρασε από τότε
κι έχω χρέος να μιλήσω– μα δεν ξέρω πού? πού να εμπιστευθώ
την αλήθεια τους– (Γιώργος Αλισάνογλου, «Ακάνθινη πόλη», 2006)
Από τη συλλογή "Ακάνθινη Πόλη", 2006
Γιώργος Αλισάνογλου
111. Οδός Ολυμπίου
Πήγα στο δρόμο.
Τίποτα δεν θυμάμαι.
Ούτε τη διεύθυνση.
Ολυμπίου…και κάτι.
Μ’απόσωσε μια σκηνή στη γωνία
μια γωνία στριφτάρι που μ’έφτυσε στα μάτια
‘Ενα μέτρο όλο κι όλο το πεζοδρόμιο
στρωμένο με άσπρες πλάκες
Η καμπυλωτή γωνία σε ρούφηξε στο λεπτό
Δυο κουβέντες κει πάνω
Κατέβηκα στο δρόμο βιαστικά
Ο δρόμος μ’έσφιγγε
Τραβούσε απ’τα αριστερά άγρια
Μπατάρισα δίπλα στις άσπρες πλάκες
Σε πήρε η γωνία
Γλίτωσες
Ο δρόμος, πόνος σακάτης που περιθάλπω
Είμαι πια δρόμος, τι να φοβάμαι.
Ιωάννα Γούναρη
|