15.07.2018 - Η φωτογραφία στο δημόσιο χώρο.

Facebook Twitter Google+

Η ομάδα «ΦΡΑΞΙΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ» συμμετέχει σε μία μη συμβατική εκδήλωση Δημόσιας Τέχνης  υπό το γενικό τίτλο "NARRATIVE WAVE",  που διοργανώνεται ταυτόχρονα, σε παγκόσμια κλίμακα  μία συγκεκριμένη ημέρα, στις 15 Ιουλίου 2018.

Στις 15 Ιουλίου του 2018 το «Αφηγηματικό Κίνημα» (Narrative Movement) θα γιορτάσει την Παγκόσμια Ημέρα Δεξιοτήτων Νέων μέσα από μια μη συμβατική Δημόσια Δράση-Γιορτή που θα πραγματοποιηθεί παγκόσμια μέσα σε δημόσιο χώρο. Είναι το πρώτο αυτού του είδους κοινό πείραμα, που συμβαίνει ταυτόχρονα σε 25 χώρες του κόσμου, την ίδια ημέρα. Συμμετέχουν σε αυτό με πρωτότυπη συμμετοχή 159 καλλιτέχνες με διαφορετικό μέσον και μορφή ο καθένας για κάθε τόπο.

Πρόκειται για μια προσπάθεια δημιουργίας μιας υγιούς ατμόσφαιρας μεταξύ της τέχνης και του κοινού της. Κρίνεται απαραίτητη, στην εποχή μας, η διάδοση της συνειδητότητας της τέχνης, των δημιουργών της και του εν δυνάμει κοινού της.

Στόχος αυτής της παγκόσμιας δράσης είναι οι άνθρωποι να μπορέσουν να βιώσουν μία ζωντανή δημόσια τέχνη (που τους αφορά) και να αλληλεπιδράσουν με αυτήν.

Το αντικείμενο είναι να διαδώσουμε την τέχνη (και ειδικότερα για την ομάδα μας τη φωτογραφία) σε μία κοινή πλατφόρμα.

Να διαδοθεί το μήνυμα για την ειρήνη και τη διεθνή ακεραιότητα σε περιβάλλον αρμονίας.

Να ενθαρρυνθεί η επερχόμενη γενιά για την συμμετοχή της στα κοινά και μέσω της τέχνης.

Να δημιουργηθούν οι συνθήκες για δημιουργικά διαλλείματα, στη σημερινή όλο άγχη ζωή, μέσω της τέχνης (του καθένα μας) και του πολιτισμού γενικότερα.

Στην παγκόσμια κλίμακά του τη δράση επιμελείται ο Bibekananda Santra.

Λίγα λόγια για τη συμμετοχή της Θεσσαλονίκης
Η συμμετοχή της ομάδας «ΦΡΑΞΙΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ» στη Θεσσαλονίκη συνίσταται στην έκθεση φωτογραφιών από «τους δρόμους της πόλης». Οι φωτογραφίες (σε μεγάλες διαστάσεις) επικολλούνται σε κεντρικό δημόσιο χώρο, περίπου με τη μορφή αφίσας και παραμένουν σε δημόσια θέα, όσο αντέξουν. Ο θεατής καλείται να τις «ανακαλύψει» και να δια-νοηθεί επί του περιεχομένου τους.

Λίγα λόγια για την Τέχνη σε δημόσιο χώρο από την ομάδα
Μέσα  σε αυτή τη πόλη όλοι μας είμαστε περαστικοί, θαμώνες, καταναλωτές αλλά όχι και ενεργοί πολίτες .  Το άγχος της καθημερινής βιοπάλης, το οποίο και έχει αυξηθεί εξαιτίας της «Κρίσης», ο φόβος και η αγωνία για το αύριο μας έχει κάνει να κλειστούμε στο μικρόκοσμο μας, αδιαφορώντας για το διπλανό μας αλλά και για τη κοινωνία γενικότερα.

Η  «Φράξια των δρόμων» είναι μια ομάδα καλλιτεχνών – φωτογράφων, που στοχεύει   να φέρει σε επαφή την τέχνη με τον άνθρωπό- πολίτη.    Εκθέτοντας  τα έργα μας σε δημόσιους χώρους ( δρόμοι, κτίρια, πλατείες κλπ) έχουμε  ως κύριο στόχο μας να ενεργοποιήσουμε  τους εαυτούς (δημιουργούς και  κοινό) προτείνοντας με αυτό τον τρόπο μια νέα μορφή κοινωνικοποίησης, επικοινωνίας και συμμετοχής στα όσα ενδέχεται να μας αφορούν. 

Μεταφέρουμε έτσι (με τις πράξεις και τις φωτογραφίες μας) ένα μήνυμα ενάντια στη  πεζή καθημερινότητα.  Λέμε με άλλα λόγια στο συμπολίτη: «να είσαι παρών, να παθιάζεσαι, να ζεις!»

Η δημόσια τέχνη ή η τέχνη στους δημόσιους χώρους απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες και όχι σε ένα συγκεκριμένο κλειστό κύκλο ανθρώπων. Ως εκ τούτου, είναι μια καθαρά πολιτική πράξη  που δρα ενάντια στην περιχαράκωση του εγώ και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

 Η τέχνη στους δημόσιους χώρους δίνει (ελπίζουμε) ερεθίσματα για σκέψη,  προς δρώντες και «θεατές».

ΦΡΑΞΙΑ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ

 

Ανοικτά ζητήματα αυτής της δράσης

Α. Περί της διάρθρωσης της παρουσίας

Η οπτική μόλυνση που υφίσταται στον επιλεγμένο τοίχο δε θα "εξαφανιστεί". Δε θα δημιουργηθεί μία λευκή επιφάνεια, σαν σε τοίχο εκθεσιακού χώρου, επί της οποίας θα "λάμπουν" τα έργα μας. Δεν επιθυμούμε με αυτή μας τη δράση να "καθαρίσουμε" την πόλη, αλλά, αντιθέτως, να θέσουμε προβλήματα (και πιθανότητες αντιμετώπισής τους) προς συζήτηση.

Με τη χρήση μίας μικρής συμβολικής λευκής "περιφερειακής" των έργων επιφάνειας, επιθυμούμε την παράλληλη λειτουργία της προϋπάρχουσας δομής με αυτή της πρότασής μας. Μας ενδιαφέρει και η ανάγνωση των έργων μας, και η κατάδειξη της αντίθεσης του πριν και του μετά από εμάς. Αν υφίσταται (για το κοινό που θα προσέξει τα έργα μας) έστω και ελάχιστη διαφοροποίηση,  ίσως, αναρωτιόμαστε, να συζητηθεί και το πρόβλημα παρουσίας της φωτογραφίας στο Δημόσιο Χώρο.

Άρα πρόκειται για κατάδειξη και όχι για επιβολή.

Β. Περί του περιεχομένου των φωτογραφιών προς δημόσια θέα

Το ίδιο "ευρυζωνική" είναι και η θεματική των έργων μας. Η εικόνα της πόλης, δηλαδή των ανθρώπων της, στο Δημόσιο Χώρο (μέσα μαζικής μεταφοράς, χώρους κοινής συνύπαρξης, πλατείες, πεζοδρόμια, κλειστά καταστήματα κτλ). Ο άνθρωπος μόνος μέσα ή δίπλα σε άλλους, με φίλου, με την οικογένεια ή εκκρεμής, σε μετάβαση, από κάπου πριν σε κάτι άλλο. Ο άνθρωπος με θέα προς "τα εντός" ή προς "την κοινωνία".

Οι φωτογραφίες δε σχολιάζουν άμεσα, δεν ασκούν κριτική, αλλά και δεν περιγράφουν το Όλον. Απλώς υποβάλουν καταστάσεις προς συζήτηση. Και προς τους φωτογράφους (και λοιπούς δημιουργούς), ως προς το τι και γιατί φωτογραφίζουμε από τη γύρω μας πραγματικότητα, και προς το πιθανό κοινό των έργων μας, αυτούς δηλαδή που θα τα ξεχωρίσουν από τις διαφημίσεις, θα τα προσέξουν και θα αναρωτηθούν ως προς το ποια είναι η εικόνα τους και τι μπορούμε από αυτή να υποβάλουμε προς συζήτηση.

Γ. Για τη σχέση του μέρους και του συνόλου των έργων

Ο εν δυνάμει θεατής της εγκατάστασής μας  (πέραν του γεγονότος πως "το πακέτο"  φτάνει προς αυτόν ως ενιαίο σύνολο) μπορεί να ασχοληθεί μόνο με μία εικόνα ή μόνο με μία από τις ενότητες που συγκροτούν το σύνολο. Γνωρίζουμε πολύ καλά πως, ο περαστικός δεν έχει καμία υποχρέωση να δει τα έργα μας, όπως ίσως τα εξετάσαμε (και τα φορτίσαμε) εμείς. Άλλωστε η έλλειψη σχετικού κειμένου αποβλέπει και σε αυτό.

Ανάλογα με το χρόνο που θα διαθέσει για την ανάγνωσή της/τους, η "έκθεση" έχει δομηθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε το μέρος να προσθέτει κάτι στο Όλον, αλλά και το σύνολο να μην έχει ανάγκη το μέρος. Έτσι η κάθε φωτογραφία μπορεί να κρίνεται αυτόνομα για την ποιότητά της ως φωτογραφία (αισθητικές και άλλες αξίες) αλλά, παράλληλα και ως μέρος μίας άλλου τύπου αφήγησης ή μίας "θέσης".

Είναι το ίδιο ερώτημα που απασχολεί, όσους απασχολεί, και για τη θέση μίας εικόνας σε έκθεση, στις σελίδες ενός βιβλίου κτλ.

Τα μεμονωμένα μέρη της κάθε ενότητας, αν και έγινε προσπάθεια να μπορούν να συμβάλουν στην επιμέρους ανάγνωση/πρόσληψη, δε συγκροτούν, εκ θέσεως, μία διαλεκτική ενότητα. Είναι μία στάση/επιλογή που αποφασίστηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επιλογής απεύθυνσης. Δεν περιορίζουμε το ζητούμενο, ούτε επειδή γνωρίζουμε πως το αποτέλεσμα αυτής της δράσης σε Δημόσιο Χώρο αλλάζει έχει απαιτήσεις πρόσληψης από ένα μη "ειδικό" κοινό, αυτό που ενδεχομένως μας ακολουθεί στις λοιπές δράσεις μας σε "ειδικούς" χώρους, ούτε από μία παραίτηση ερμηνείας νοήματος.

Πειραματικά, οι λεπτομέρειες δεν έχουν επιλεγεί για να αποσαφηνίσουν το νόημα ή το περιεχόμενο της συνολικής δράσης.

Θέτουμε και αυτό το θέμα σε δημόσιο διάλογο, επ' αφορμή.

Δ. Περί διαρκείας

Η δράση αυτή δεν έχει εγκαίνια, με ομιλίες, μπουφέδες καταλόγους και τα σχετικά. Όσοι καλεσμένοι παραβρεθούν στην επικόλληση, συμμετέχουν δημιουργικά και στα "εγκαίνια", και με τη βοήθειά τους, και με τα "εν θερμό" σχόλιά τους, και με την παρέα ή τις φωτογραφίες τους. Μέχρις εκεί και τέρμα.

Η δράση αυτή δεν έχει ημερομηνία λήξης. Τα έργα θα παραμείνουν στη θέση τους, όσο τους το επιτρέψουν εξωγενείς των διοργανωτών παράγοντες. Θα βρίσκονται εκεί σε δημόσιο διάλογο (δίχως φύλακα) έως ότου κάποιος αγανακτισμένος τα σκίσει, έως ότου κάποιος "επιδειξίας" τα "βεβηλώσει", έως τη στιγμή που άλλες ομάδες επικολλήσουν το δικό τους "σημαντικότερο πολιτικό περιεχόμενο".

Εμείς, απλώς, αν μας δοθεί το κουράγιο, θα προσπαθήσουμε να καταγράψουμε φωτογραφικά  αυτή την πορεία και σε δεύτερο χρόνο να τη θέσουμε σε "δημόσια διαβούλευση" δια τα περαιτέρω.

Βασίλης Καρκατσέλης

 

Σύγχρονη Τέχνη και Δημόσιος Χώρος

Με αφορμή μια κίνηση καλλιτεχνών στα τέλη του 2007 να αναρτήσουν τις δημιουργίες τους όχι
σ’ ένα συγκεκριμένο εκθεσιακό χώρο, αλλά στην ευρύτερη περιοχή των Λαδάδικων Θεσσαλονίκης, παρουσιάζεται η σύγχρονη προβληματική της τέχνης των παραδοσιακών κλειστών χώρων και των μουσείων. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο ρόλος της
τέχνης στους δημόσιους χώρους ως μια νέα μορφή επικοινωνίας.

 Μετά από ενδελεχείς συζητήσεις - ανιχνεύσεις με τους καλλιτέχνες της κίνησης και μετεωρισμούς για το ποιο είναι το προσδοκώμενο αποτέλεσμα μέσα από τα έργα τους σε δημόσιο χώρο, η διαφορετικότητα και η ποικιλότητα της δράσης τους, ως διαχείριση μορφών συλλογικότητας, αποκάλυψαν την δημοκρατικότητα και την πολύτροπη δύναμη της συμπύκνωσης του νοήματος και των μορφών, όσον αφορά την συμβολή τους στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου.
Η κίνηση αποτελεί μια γεννήτρια σκέψεων και συναισθημάτων για το κοινό ενεργοποιώντας τη σύνθεση, την ανάλυση ή και τη διάλυση, μέσω της ματιάς και του
τρόπου δράσης του κάθε καλλιτέχνη, που εφευρίσκει μέσα από την επέμβασή του στο δημόσιο χώρο και την
παρεμβατική παρουσία τού έργου τέχνης μέσα στο αστικό περιβάλλον, μία ευκαιρία να σπάσει τη δημόσια σιωπή και να προκαλέσει δημόσιο διάλογο, διαφωνίες και συζήτηση.
Μια πόλη είναι πάντα σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης, τείνοντας να προχωρήσει προς τα εμπρός ακόμη και δεδομένου ότι επαναφέρει «ιζήματα» του παρελθόντος. Το νέο ενσωματώνεται στο παλαιό, ανακατασκευάζοντας και επαναπροσδιορίζοντας το δημόσιο χώρο, που εμπεριέχει το χρόνο: παρόν-παρελθόν-μέλλον, είναι το πραγματικό σημείο συνάντησης ετερογενών δυνάμεων και διαφορετικών τομέων δράσης του κοινωνικού
συνόλου ενός τόπου και προκαλεί διάφορα διλήμματα πολιτικής όσον αφορά την έννοια της ποιότητας ζωής.
Η τέχνη από την άλλη, από τον ίδιο τον καθορισμό της, είναι ένα προϊόν της ανθρώπινης προσπάθειας, μια παραγωγή. Απαιτεί μια ενεργό δέσμευση στην παραγωγή των επιλογών, που δεν γίνονται αντιληπτές από τον απαίδευτο νεοέλληνα θεατή, αλλά μόνο από ένα μικρό
επίλεκτο κοινό που έχει εξοικειωθεί με τον κόσμο
της τέχνης. Δυστυχώς, όλο και λιγότεροι γίνονται μέτοχοι στα πολιτιστικά δρώμενα, αλλά και στην ενεργή πολιτιστική παραγωγή, τότε όπου η τέχνη εισάγει τη συνομιλία, υπενθυμίζοντάς μας ότι αυτή η συνομιλία γίνεται όλο και περισσότερο ένας μονόλογος.
Ο πολιτισμός ως τέχνη και εμείς ως άτομα και κοινότητες, διαμορφωνόμαστε κοινωνικά και οι καλλιτέχνες ως ευαισθητοποιημένα κοινωνικά κατασκευάσματα, επιθυμώντας την διακοπή αυτού του μονολόγου, επεμβαίνουν με περισσότερη άνεση στα τοπικά θέματα και τις χωρικές λειτουργίες του σύγχρονου φυσικού τους «βιότοπου»-γειτονίας.
Χρησιμοποιούν δηλαδή το σοκάκι, τα σπίτια, την αγορά, το οικοδομικό τετράγωνο, στα οποία ζουν, για να ανακατασκευάσουν, αποπροσανατολίσουν και ίσως μέσα από τη δράση τους ανακόψουν την καθιερωμένη θέαση του αστικού τους μικρότοπου.
Τα ενσωματωμένα έργα τέχνης θα αναρτηθούν στην ευρύτερη περιοχή των Λαδάδικων Θεσσαλονίκης, σε δημόσια ή ιδιωτικά κτήρια και άλλα σημεία. Άμεσος στόχος της προσπάθειας αυτής αποτελεί η μείωση των αποστάσεων ανάμεσα στην αστική ιδεολογία και την τέχνη και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τις αναγνώσεις που προτείνει στο κοινό η άμεση έκθεση των έργων και η εισβολή τους στην καθημερινότητα του αστού-θεατή.
Η έκθεση του έργου τέχνης στο δημόσιο χώρο, χωρίς τον φύλακα του μουσείου να παραμονεύει και χωρίς τις απαγορεύσεις «Μην αγγίζετε», μέσα από την αμεσότητα έκθεσής του, διαρρηγνύει και υπονομεύει την καθεστηκυία απόσταση θέασης, υποδοχής και πρόσληψής του. Το έργο τέχνης όντας εκτεθειμένο, έρμαιο αφενός των καιρικών συνθηκών, της εκούσιας ή ακούσιας διάθεσής του από τον καλλιτέχνη σε μια διαδικασία φθοράς - μεταμόρφωσης από τον θεατή, και αφετέρου των διαθέσεων του αστού θεατή μετατρέπεται σε ένα πιο δημοκρατικό(δέκτη) μέσο επικοινωνίας μέσα από την εφήμερη ύπαρξή του έως σημείο βανδαλισμού. Έτσι από πομπός(εξουσία), όταν βρίσκεται σε ένα μουσείου ή
γκαλερί, αντικαθιστά τις μουσειακές απαγορεύσεις θέασης με δεσμούς εμπιστοσύνης, καθώς τοποθετείται σε μια θέση έκθεσης λιγότερο ισχυρή.
Το ελεύθερα προσιτό, υπαίθριο έργο τέχνης είναι σαφώς πιο τρωτό και ευάλωτο από το προστατευμένο ενός μουσείου και ο βανδαλισμός που διαπράττεται σ΄ αυτό, αγγίζει κάποιο βαθύ κουμπί του φόβου μας.
Χτυπά όχι μόνο τη ζωγραφική, το γλυπτό ή την εγκατάσταση που στόχευσαν, αλλά τους δεσμούς αυτής
της εμπιστοσύνης που προανέφερα.
Τα δημόσια έργα, όμως, υπονομεύουν επίσης και τις έννοιες της ιδιοκτησίας, καθώς ο δημόσιος χώρος ανήκει στον καθένα και σε κανένα, προσκαλούν το κοινό να ανακαλύψει μέσα στην καθημερινή του ζωή έργα σύγχρονης τέχνης που συνδιαλέγονται με το ιστορικό,
αστικό και κοινωνικό περιβάλλον της πόλης, προκαλώντας να ξανασκεφτούμε την ουσία της δημόσιας τέχνης ως εν δυνάμει πολιτικής πράξης. Μίας πολιτικής πράξης που στηλιτεύει τα φαινόμενα κοινωνικής διάσπασης, περιχαράκωσης απέναντι στην ετερότητα, κρίσης εθνικής
και ιστορικής ταυτότητας, ιδιωτικοποίησης του δημόσιου χώρου. Το πρόβλημα που τίθεται είναι ακριβώς πώς να φανταστούμε την ανοιχτή πόλη ως άμεσο, ρευστό, αβέβαιο, υβριδικό χώρο συνεκφώνησης των ανθρώπινων αφηγήσεων στις δια-πολιτισμικές πραγματικότητες
των σύγχρονων πόλεων και τον ρόλο της τέχνης και
της διάχυσής της σ΄ αυτές.
Μέσα στην πληθώρα των οπτικών πληροφοριών οι καλλιτέχνες χωρίς να έχουν ως αυτοσκοπό μια επίδειξη προσωπικής καινοτομίας, προσφέρουν στο κοινό το έναυσμα να ανακαλύψει και πάλι την πόλη του μέσα από το μάτι της δικής τους ευαισθησίας, επισημαίνοντας διάφορα σημεία της και δημιουργώντας διαφορετικές σχέσεις με το καθημερινό και ιστορικό περιβάλλον. Με κοινό αίτημα και επιθυμία των καλλιτεχνών να είναι η συνέχιση της επανένταξης της τέχνης μέσα στο δημόσιο χώρο, η πόλη μας μπορεί να θεωρηθεί ως ένας φυσικός τόπος υποδοχής της σύγχρονης τέχνης.
Η τέχνη στο δημόσιο χώρο ως εφήμερη παρέμβαση με τις ιδιότητες του χωροκεντρικού (site-specifc) αποτελεί μια δυναμική τοπική παρέμβαση, καθώς επαναπροσδιορίζεται διαρκώς, περνώντας από την έννοια του χωροκεντρικού σ’ αυτήν του κοινωνιοκεντρικού (community-specifc). Η δημόσια τέχνη, με τις γλώσσες και μορφές δράσης με τις οποίες έχει την δυνατότητα να εισχωρήσει στον κοινωνικό ιστό της πόλης, με τη σχοινοβασία ορίων ανάμεσα στην καθημερινή και την αισθητική εμπειρία, και τους τρόπους με τους οποίους
μπορεί μέσα από τη μόνιμη ή εφήμερη παρουσία
της να δώσει μια εναλλακτική αντίληψη του χώρου και να προσφέρει εναύσματα για μια φιλική σχέση με το φυσικό
περιβάλλον.

Δυστυχώς όμως η απουσία πολιτιστικής πολιτικής που θα έχει την δυνατότητα να αφουγκράζεται τις πολιτισμικές ανάγκες και τα εκπαιδευτικά πολιτιστικά κενά
και να στηρίζει τέτοιου είδους προσπάθειες, ώστε να μην ναυαγούν οι χωρίς αντίκρισμα προσπάθειες φορέων πολιτισμού στη θεμελίωση της πολιτικής βούλησης για την προώθηση της θεσμοθετημένης έκθεσης της σύγχρονης τέχνης, είναι εναργώς αισθητή στην πόλη μας.
Γιατί η παρουσία της θα σήμαινε κονδύλια για την τέχνη, ουσιαστικά μια άλλη πολιτιστική πολιτική.
Σήμερα όμως στην εποχή των χορηγών και των προσφορών η τέχνη εκφυλίζεται. Αυτή η επαιτεία
προς το κράτος, η αναγωγή των χορηγών σε βασικό παράγοντα της τέχνης, η σχέση με τις τράπεζες, με τις επιχειρήσεις, οι εκδηλώσεις του επίσημου κράτους βάζουν έναν
όρο συναλλαγής και μικροπολιτικής. Επιβάλλουν στη τέχνη τους όρους της αγοράς, καθώς το κράτος δεν συντηρεί όπως θα έπρεπε τους θεσμούς, ούτε εμπιστεύεται στοιχειωδώς με αξιοκρατία τους θεσμούς αυτούς.
Παρόλα αυτά σε πιο τοπικό φάσμα οι πρόσφατες εξελίξεις στη δημόσια τέχνη καταδεικνύουν τώρα μια έκκληση σε μια πιο φιλική έννοια του κοινού υπό μορφή κοινοτικών τεχνών. Αυτή η διαλογική προσέγγιση, εντούτοις, διακινδυνεύει συχνά την πολιτική πολυπλοκότητα υπέρ μιας πιο αθώας ιδέας της ταυτότητας μιας κοινότητας. Σε πολλές περιπτώσεις τέτοια δημόσια τέχνη δημιουργείται αυθόρμητα στο αστικό περιβάλλον, συχνά χωρίς τη συγκατάθεση των αρχών ή στην περίπτωση του πολιτικού αγώνα, κατά των νόμων, ως ένα αποτελεσματικό εργαλείο κοινωνικής χειραφέτησης ή επίτευξης ενός πολιτικού στόχου.
Τα έργα τα οποία περιλαμβάνουν οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές και οικολογικές πτυχές, δεσμεύουν και προτείνουν εκείνη την ιδέα, ότι ίσως κάποτε καταφέρουμε να διαμορφώσουμε τους εναλλακτικούς τρόπους του δημόσιου προγράμματος τέχνης και την
χρησιμοποίησή της ως εκπαιδευτικό εργαλείο.
Η όλη προσπάθεια αποτελεί μια υπενθύμιση για το πώς στη εποχή μας η διαχείριση της κοινής γνώμης προέρχεται από μία διανοητική ακαμψία και προτείνει τρόπους και προσπάθειες με τους οποίους μπορούμε να καλύψουμε γνωσιολογικά κενά που υφίστανται από την ευδιάκριτη έλλειψη πολιτιστικής εκπαίδευσης των ακροατηρίων. Αποτελεί μια έκφραση αποδοκιμασίας που προκαλεί το σχόλιο, τις αντιδράσεις, στην πολιτιστική περιβαλλοντική ανεπάρκεια της πόλης μας, στη διατήρηση ενός «κοινωνικού κενού» όπου επιχειρείται να υλοποιηθεί καλλιτεχνικά μια νέα ουτοπία επικοινωνίας.

της Μαρίας Κενανίδου
Ιστορικού Τέχνης

ΠεριοδικόIntellectum  Τεύχος 04 / Μάιος 2008