1/3/2021 Παρουσίαση portfolio του Βασίλη Καρκατσέλη

Facebook Twitter Google+

Τη Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021, στο πλαίσιο της ανάπτυξης εσωτερικού διαλόγου για τη φωτογραφία, συνέχισε το πρόγραμμα παρουσιάσεων portfolio των μελών του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, ο Βασίλης Καρκατσέλης παρουσίασε διαδικτυακά, μέσω της πλατφόρμας του ZOOM, σε κλειστή συνάντηση που αφορούσε μόνο τα μέλη του ΦΚΘ, πορτφόλιο με πρόσφατη ατομική εργασία του. Ακολούθησε μακροσκελής συζήτηση.

Υπεύθυνη για τη διοργάνωση και την παρουσίαση η Κατερίνα Μπάτζιου.

 


 

Η κατάσταση

Η τέχνη μας με τον εγκλεισμό και τις ακυρώσεις όλων αυτών που σχεδιάζαμε αποκόπτεται από τον πραγματικό κόσμο, στερείται του δικαιώματος να υφίσταται με υλικότητα και να επικοινωνεί με το κοινό της.

Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποκαθιστούν τη ζωή με τη νέα τους φασματική πραγματικότητα. Ο χρόνος τέμνεται σε μικρές παρουσίες. Όλοι μας εγκλωβιζόμαστε σε ένα «αλλού» διαχρονικά.

 

Ένα σύντομο ιστορικό

Το Project ξεκίνησε και με την οπτική μου συμμετοχή σε διεθνείς ομάδες και φόρα.

Συνεχίστηκε με Ελλάδα, σαν συμμετοχή μου σε όλα αυτά που συνέβαιναν και ο «εγκλεισμός» μου έδινε χρόνο να παρακολουθώ. Ήταν η συμμετοχή και με την φάτσα μου (η φωτογραφία σαν αντιπροσώπευση του εγώ).

Στην πορεία αυτού του project προέκυψε και ο παρακάτω προβληματισμός.

Με το τέλος του περίεργου αυτού έτους (2020) έκλεισα αυτή την χρονοβόρα και επίπονη τη δραστηριότητα.

Όλα καταχωρήθηκαν σε μία έκδοση/αρχείο και δημιουργήθηκε μία προβολή για επαναφορά του υλικού στην κοινωνία με άλλη φόρμα.

Μία ολόκληρη ιστορική φάση κλείνει, για να ανοίξει κάτι άλλο.

 

Πορτρέτα που αντιστέκονται;

Το αντιηρωικό πολυχρησιμοποιημένο (για άλλου τύπου ανάγκες) αυτοπορτρέτο, προσφέρεται σε μία σειρά μάχες περιφερειακού χαρακτήρα, ενός πολέμου που μαίνεται γύρω μας, ύπουλα και σιωπηρά. Σαν μία κραυγή που φωνάζει: «Είμαι και εγώ εκεί, μαζί σας και ας βρίσκομαι προς το παρόν μακριά.»

Το υπέρ εγώ ενός φωτογράφου που φωτογράφισε τον εαυτό του στη φυλακή ενός ανελκυστήρα (με καθρέφτες) για τον οποίον δε θα μάθουμε ποτέ αν ανέβαινε, αν κατέβαινε ή είχε κολλήσει κάπου μεταξύ πρώτου και δεύτερου ορόφου, θα δοθεί σε νέες χρήσεις, θα ριχτεί σε νέες περιπέτειες (εκ του μακρόθεν). Πρόκειται για το γέννημα της φυλακής, από έναν φυλακισμένο που ακούει εκ του μακρόθεν τον ήχο από τις καμπάνες να καλούνε τους όσους πιστούς απέμειναν. Αυτά τα γεννήματα θα χρησιμοποιηθούν για μία άλλου τύπου κοινωνικότητα.

Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο μίας παλαιάς φωτογραφίας πορτρέτου, δίχως ιδιαίτερα αισθητικά στοιχεία πέραν της εκμετάλλευσης του υπάρχοντος φωτισμού, παραχωρεί τον αξιακό του τόπο στην ιδιαιτερότητα της επανάληψης ενός μέρους της εικόνας, με τη βοήθεια ενός συνθήματος.

Είναι ο λόγος που έρχεται να προσθέσει κάτι σε ένα ασήμαντο γεγονός (το πορτρέτο του καλλιτέχνη) και να το μετατρέψει σε φωνή, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο ή μέθοδο από αυτόν της Ρώσικης Πρωτοπορίας, των επαναστατημένων Γερμανών κολαζιστών ή τον τρόπο που εφαρμόζουν αυτή την συνύπαρξη οι διαφημιστές καθημερινά. Το σύνολο μοιάζει να δημιουργεί (;) μία νέα μορφή. Η φωτογραφία όχι για τη δημιουργία μορφής αλλά για τη δημιουργία σκέψης επί της μορφής.

Είναι προφανές πως δίχως άλλες παραμέτρους της πολεμικής σύρραξης, το πορτρέτο, που ήταν αδύναμο να προσθέσει κάτι περεταίρω για την φύση αυτού του πολέμου, είχε ανάγκη την παρουσία ενός λόγου, ενός συμπυκνωμένου συνθήματος.

Ξεκίνησε σαν συμπαράσταση, συνεχίστηκε σαν διαμαρτυρία, βιώθηκε ως συμμετοχή και κατέληξε σαν project με σαφή ημερομηνία λήξης, την αρχή του καινούργιου χρόνο, την αρχή μιας νέας αγωνίας ή ελπίδας.

 

Πορτρέτα του θανάτου;

Σε αυτά τα πορτρέτα αναγνωρίζουμε την τάση του ψυχισμού προς επανάληψη, την ανάγκη να επαναλάβουμε αυτό που έχουμε κατακτήσει ή έχουμε δεδομένο. Η επανάληψη, αρχικά τουλάχιστον, χρησιμοποιήθηκε ως φόρμα επιβίωσης, σύντομα, όμως, μετατράπηκε σε μέθοδος δημιουργίας διαύλων επικοινωνίας και του συνειδητού με το ασυνείδητο Εγώ.

Η επανάληψη, όμως, είναι ένα είδος θανάτου. Κάθε τι που επαναλαμβάνεται μειώνεται, χάνει τη ζωτικότητά του. Είναι η αρχή της εντροπίας. Σε κάθε επανάληψη εξασθενεί η αρχική δύναμη για φρέσκια ζωή με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση της αρχικής οργάνωσης σε αδιαφοροποίητες και ανοργάνωτες άλλες.

Νομίζω το νοιώθετε κι όλας όλοι σας.

 

Άλλου τύπου ζητήματα

Το γεγονός πως αυτή η σύνθεση (φωτογραφίας και συνθήματος) έχει λόγο μόνο εφήμερο και μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (διαδίκτυο και κινητά τηλέφωνα), είναι κάτι που προφανώς και σωστά εγείρει ερωτηματικά για την πέραν αυτής της χρήσης λειτουργικότητά τους, εγείρει επιφυλάξεις και αρνήσεις, περί του αν μπορούν να έχουν μία δεύτερη και μάλιστα κοινή ζωή, περί του πώς θα μπορούσε να συντελείται η συνύπαρξή αυτών των δεκάδων «κουραστικά παρεμφερών» εικόνων.

Τα ίδια δύσκολα να απαντηθούν ερωτηματικά προκύπτουν όταν φτάσουμε στην πιθανή ονομασία αυτής της συνύπαρξης. Αυτές οι εικόνες, που δημιουργήθηκαν μία – μία και για ξεχωριστές ανάγκες, πρέπει να θεωρείται σειρά, μόνο και μόνο εξ αιτίας μίας εξωτερικής δομής ή μήπως και εσωτερικής;

Και γιατί να ασχολούμαστε με τις εμμονές μίας ανολοκλήρωτης κακοζυγισμένης εκκρεμότητας, μιας απουσίας που ίσως δεν υπάρχει πια, μιας χαοτικής εξέγερσης που θάφτηκε στην κλεψύδρα του χρόνου.

 

Περί αντιτέχνης

Όσον αφορά στα τυπολογικά και δομικά χαρακτηριστικά είναι φανερό πως η δομή είναι απλή καθώς τα κύρια τμήματα παραμένουν τελείως ξεχωριστά.

Έχουμε την οργάνωση μίας επανάληψης, δηλαδή αυτού που σε άλλες περιπτώσεις θα χαρακτηρίζαμε απλοϊκή επανάληψη, άρα και αντι-έκφραση. Ερώτημα: Είναι η επανάληψη αντι-φωτογραφία, αντί-τέχνη, αντι οτιδήποτε;

 

Για τη σχέση της γλώσσας και της εικόνας

Τα έργα διαπραγματεύονται από άλλη πλευρά και το πρόβλημα της αυτοαναφορικότητας και αυτό περί δημιουργίας άυλων αντικειμένων (έστω στις δύο ακόμη διαστάσεις) και όχι φωτογραφικών έργων.

Πρόκειται για μία μορφή φρένου στη φορμαλιστική αναπαράσταση του εαυτού και την αντιστοίχηση αυτού με τη γλώσσα, καθώς η κάθε μία από αυτές ακολουθεί το δικό της ανεξάρτητο δρόμο. Δίχως καμία φαντασία το έργο υπάρχει σαν ένα και ταυτόχρονα πολλά.  Καμία από τις δύο φόρμες/μέσα (φωτογραφία και σλόγκαν) δε μπορεί να συσχετιστεί με την άλλη, καθώς δεν συμμετέχουν σε μία αναλυτική πρόταση παρ ότι συνυπάρχουν στην ίδια εμπειρία.

Ίσως μία ακόμη «παράπλευρη» ιστορία να είναι η απώλεια του φωτογράφου, η απώλεια της δημιουργικής δεξιότητας του καλλιτέχνη δημιουργού (δεν απαιτείται κάποιας μορφής ταλέντο), μια και απλώς συναρμόζει σε ένα «έργο» δύο υπάρχουσες στο «σύννεφο» εικόνες.

 

Περί πορτφόλιο

Κλείνοντας ένα ακόμη μεγάλο ερώτημα: Θα μπορούσε όλο αυτό το υλικό και όσο έμεινε εκτός να αποτελέσει υλικό ενός πορτφόλιο;

 

Βασίλης Καρκατσέλης